του Ούγκο φον Χόφμανσταλ
Ο μύθος των Ατρειδών, τρεις γυναίκες τραγικές η καθεμία με διαφορετικό τρόπο.
Η Ηλέκτρα, εγκλωβισμένη στο μίσος, στην αδυναμία να ξεχάσει (μα πως θα μπορούσε να προσπεράσει τέτοια προδοσία), στην αναζήτηση της δικαιοσύνης, της τιμωρίας.
Δεν είμαι ζώο να ξεχάσω
Και η ζωή της (όχι, δεν είναι πια ζωή, απλά συνεχίζει να ανασαίνει) δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνεχή επανάληψη του τραγικού παρελθόντος και την ελπίδα για εκδίκηση. Και όταν πια η «δικαίωση» έρχεται, από τα χέρια του αδερφού της, απλά καταρρέει. Έσπρωξε τον Ορέστη να γίνει μητροκτόνος, η ίδια μητροκτόνος, η ίδια χωρίς μάνα πια.
Η Χρυσόθεμη, θέλει να ξεχάσει, θέλει να συνεχίσει τη ζωή της, θέλει τη μοίρα της γυναίκας. Δε θέλει να γυρνάει στο παρελθόν, βλέπει τα χρόνια να περνούν, την ευκαιρία για να έχει τη ζωή που ονειρεύτηκε πριν το φόνο του πατέρα της και θέλει το όνειρο της πίσω. Εκλιπαρεί την Ηλέκτρα να ξεχάσει για να τις ελευθερώσουν και τις δύο, να μπορέσουν και οι δύο να ζήσουν. Πώς να αισθάνεται άραγε κάποιος που όλες οι βαθύτερες επιθυμίες του μένουν ανεκπλήρωτες εξαιτίας επιλογών άλλων, αδύναμος να αλλάξει τη πορεία της ζωής του, έρμαιο στη μοίρα, εξαρτημένος από ξένα σε αυτόν; Και πώς να συνεχίσει να βιώνει μια ζωή που δεν ήθελε, δεν έχει λόγο στη πορεία της, δεν έχει τρόπο να γυρίσει. Ποια ελπίδα να τον κρατήσει; Δεν ζει, απλά ανασαίνει.
Η Κλυταιμνήστρα, η γυναίκα που πένθησε μια κόρη, χαμένη στο βωμό ενός πολέμου που δεν καταλάβαινε, αποχαιρέτησε σύζυγο και παλιά ζωή, και μετά της ζητήθηκε να επιστρέψει εκεί, σαν τίποτα να μη συνέβη. Και αυτή που μόνο ήθελε να συνεχίσει να ζει όπως διάλεξε, που έγινε φονιάς του πατέρα των παιδιών της διεκδικώντας αυτή τη ζωή, τώρα κατατρεγμένη από εφιάλτες. Δεν την απασχολούν οι τύψεις, η δικαιοσύνη, τα βαθύτερα ερωτήματα, θέλει μόνο να ζει όπως επιλέγει. Δεν την απασχολεί η αλήθεια.
«Όπως οι άρρωστοι που ψάχνουν μόνο για ανακούφιση… Δε θέλω να μου λέτε τι είναι αλήθεια ή ψέμα, κανείς δε ξέρει ποια είναι η αλήθεια. Όταν κάποιος λέει κάτι ευχάριστο θέλω να το ακούσω»
Και αυτή, που φαίνεται η πιο ψυχρή ωφελιμίστρια από όλους, είναι τελικά η πιο βαθιά φιλοσοφημένη.
Τρεις ζωές κολλημένες, τρεις μη ζωές, περιμένουν τι; ποια πράξη θα τις απεγκλωβίσει; ποιός θα πράξει; και ποιό το αποτέλσμα της πράξης αυτής;
Η πράξη είναι η κλίνη από βάλσαμο που πάνω της αναπαύεται η ψυχή
η όποια πράξη, αρκεί να είναι η δύναμη που θα επιφέρει κάποια μετατόπιση, τον απεγκλωβισμό τους και ας τις ρίξει όπου να ναι.
Ένα πολύ όμορφο κείμενο, μια καλοδουλεμένη παράσταση με τρεις εκπληκτικές ερμηνείες από τις τρεις πρωταγωνίστριες. Ατμοσφαιρικό, οι ψυχές των ηρωίδων να συνομιλούν με το κοινό.
Μου άρεσε (αν και με ξένισε και μου δημιούργησε κάποια αμηχανία) το ότι μέχρι να αρχίσει το έργο, έξι μαυροντυμένες γυναίκες, οι υπηρέτρειες του οικου των ατρειδών, σφουγγαρίζουν ασταμάτητα το πάτωμα. Εγώ υπέστη είκοσι λεπτά αυτής της διαδικασίας, κάποιοι θεατές λίγο παραπάνω. Πλένουν και ξαναπλένουν, να καθαρίσουν τα αίματα από το φονικό ειπώθηκε αργότερα στο κείμενο, μα όσο και να πλένουν το αίμα δε βγαίνει, η μνήμη δε καθαρίζει, κάποια μιάσματα χρειάζονται κάτι παραπάνω από νερό και σαπούνι. Φωτιά θα πει η Ηλέκτρα, ναι, παρανάλωμα και μέσα από τις στάχτες να αναγεννηθεί κάτι καθάριο. Και κάπως εμένα αυτό μου θύμησε τις ανθρώπινες ψυχές και πως κάποια μιάσματα τους ούτε καθαρίζουν, ούτε κρύβονται, μόνο με πλήρη αποτέφρωση μπορεί κανείς να τις αναδομήσει. Και το ίδιο ισχύει και για τις ψυχές της Ηλέκτρας, της Κλυταιμνήστρας και της Χρυσόθεμης.
Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Στους κύριους ρόλους: Άννα Μάσχα (Ηλέκτρα), Αμαλία Μουτούση (Κλυταιμνήστρα), Μαρία Σκουλά (Χρυσόθεμη), Αργύρης Ξάφης (Ορέστης)
στο μέγαρο μουσικής
μέχρι 25/04/2007
Δευτέρα, Απριλίου 23, 2007
Παρασκευή, Απριλίου 20, 2007
Νύχτα Ραδιοφόνων
Του Νίκυ Σίλβερ
Μια νύχτα τρελή. Οι σκουπιδιάρες απεργούν και έξι πρόσωπα ζουν μικρές ιστορίες ζωής και έρωτα. Όπου κάποιοι δίνουν και κάποιοι είτε απλά παίρνουν είτε αρπάζουν ότι προλάβουν. Στο όνομα τι; Του έρωτα και της αγάπης φυσικά. Απεγνωσμένες προσπάθειες για επαφή σε μια ζωή απομόνωσης. Απεγνωσμένα απαγκιστρωνόμαστε από κάποιον, άραγε γιατί; Τον έχουμε ανάγκη επειδή τον αγαπάμε ή τον αγαπάμε επειδή τον έχουμε ανάγκη; Να βάλουμε αυτό μέσα στη ζωή μας για να κρύψουμε από πίσω του όλα τα σκουπίδια που δε θέλουμε να βλέπουμε, δε μπορούμε να πετάξουμε, δεν έχουμε το κουράγιο να καθαρίσουμε. Και το ένστικτο να λέει ότι κάτι δε πάει καθόλου καλά εδώ πέρα, κάτι δε κολλάει, και πίσω μπρος να πηγαίνουμε, να φύγω ή να μείνω; Να σε διώξω ή να σε κρατήσω; Να με πείσω ότι σε αγαπώ; Να σε πείσω ότι εμένα αγαπάς; Οτιδήποτε, οτιδήποτε θα καλύψει τη μπόχα των σκουπιδιών. Της αδυναμίας μου να είμαι χωρίς σου και μαζί σου. Να συνεχίσω να ζω όπως όπως με το λιγότερο δυνατό πόνο, να βλέπω όσα λιγότερα σκουπίδια μπορώ. Να υποκρίνομαι ότι δεν είναι εκεί, ότι οι σκουπιδιάρες δεν απεργούν.
Μια πολύ καλή παράσταση σε ξέφρενους ρυθμούς. Η κ. Ράντου πραγματικά δοσμένη. Η σκηνοθεσία του κ. Κακλέα ως συνήθως ευφάνταστη, ευρηματική, σουρεάλ, αναδυκνείει κείμενο και ηθοποιούς. Συστήνω επίσης να πάρετε το πρόγραμμα το οποίο είναι γεμάτο από food for thought. Και τελικά το έργο μπορείς αν θέλεις να το δεις ως δρώμενο εκείνη τη στιγμή, γέλιο αγωνία και αν θέλεις μετά να το σκεφτείς είτε λιγότερο είτε περισσότερο, να αναγνωρίσεις ή μη συμβολισμούς, να κρατήσεις ότι έχεις ανάγκη. Πολύ καλό. Να πάτε.
Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
Παίζουν οι ηθοποιοί: Ελένη Ράντου, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Φάνης Μουρατίδης, Λίνα Σακκά, Κώστας Αποστολάκης, Ορφέας Αυγουστίδης
Στο θέατρο Διάνα
Μέχρι 29/4
*** Και συνεχίζει για δεύτερη χρονια! HURRAY!!***
Μια νύχτα τρελή. Οι σκουπιδιάρες απεργούν και έξι πρόσωπα ζουν μικρές ιστορίες ζωής και έρωτα. Όπου κάποιοι δίνουν και κάποιοι είτε απλά παίρνουν είτε αρπάζουν ότι προλάβουν. Στο όνομα τι; Του έρωτα και της αγάπης φυσικά. Απεγνωσμένες προσπάθειες για επαφή σε μια ζωή απομόνωσης. Απεγνωσμένα απαγκιστρωνόμαστε από κάποιον, άραγε γιατί; Τον έχουμε ανάγκη επειδή τον αγαπάμε ή τον αγαπάμε επειδή τον έχουμε ανάγκη; Να βάλουμε αυτό μέσα στη ζωή μας για να κρύψουμε από πίσω του όλα τα σκουπίδια που δε θέλουμε να βλέπουμε, δε μπορούμε να πετάξουμε, δεν έχουμε το κουράγιο να καθαρίσουμε. Και το ένστικτο να λέει ότι κάτι δε πάει καθόλου καλά εδώ πέρα, κάτι δε κολλάει, και πίσω μπρος να πηγαίνουμε, να φύγω ή να μείνω; Να σε διώξω ή να σε κρατήσω; Να με πείσω ότι σε αγαπώ; Να σε πείσω ότι εμένα αγαπάς; Οτιδήποτε, οτιδήποτε θα καλύψει τη μπόχα των σκουπιδιών. Της αδυναμίας μου να είμαι χωρίς σου και μαζί σου. Να συνεχίσω να ζω όπως όπως με το λιγότερο δυνατό πόνο, να βλέπω όσα λιγότερα σκουπίδια μπορώ. Να υποκρίνομαι ότι δεν είναι εκεί, ότι οι σκουπιδιάρες δεν απεργούν.
Μια πολύ καλή παράσταση σε ξέφρενους ρυθμούς. Η κ. Ράντου πραγματικά δοσμένη. Η σκηνοθεσία του κ. Κακλέα ως συνήθως ευφάνταστη, ευρηματική, σουρεάλ, αναδυκνείει κείμενο και ηθοποιούς. Συστήνω επίσης να πάρετε το πρόγραμμα το οποίο είναι γεμάτο από food for thought. Και τελικά το έργο μπορείς αν θέλεις να το δεις ως δρώμενο εκείνη τη στιγμή, γέλιο αγωνία και αν θέλεις μετά να το σκεφτείς είτε λιγότερο είτε περισσότερο, να αναγνωρίσεις ή μη συμβολισμούς, να κρατήσεις ότι έχεις ανάγκη. Πολύ καλό. Να πάτε.
Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
Παίζουν οι ηθοποιοί: Ελένη Ράντου, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Φάνης Μουρατίδης, Λίνα Σακκά, Κώστας Αποστολάκης, Ορφέας Αυγουστίδης
Στο θέατρο Διάνα
Μέχρι 29/4
*** Και συνεχίζει για δεύτερη χρονια! HURRAY!!***
Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007
Καθόλου Καλά
της Ούρσουλα Ράνι Σάρμα
Η Κόρα και ο Μίκυ, δύο αδέλφια, μεγαλωμένα στην ιρλανδική επαρχεία, από κάποιο Θείο, θεία, ασαφές, γιατί μάλλον η μητέρα τους έχει πεθάνει, παρατημένα εκεί, παραμελημένα, βιωνουν την αδιαφορία, και η Κόρα, έρμαιο στη παιδική σεξουαλική κακοποίηση από ένα πελάτη του μπαρ των θείων της. Μοναδική τους ζεστασιά η φαντασίωση της φυγής. Και ο Μίκυ, αν και δε θέλει να μη κάνει το καλό, ξέρει πιο είναι το καλό, μετατρέπεται σε εγκληματία. Σκοτώνει το βιαστή της αδερφής του επειδή εκείνη του το ζήτησε, όπως μετά χτυπάει και τον αστυνομικό επειδή την έριξε κάτω.
"Πάντως ήταν αυτοάμυνα. Δηλαδή, αν η Κόρα ήταν πιο δυνατή έτσι θα τον χτυπούσε κι αυτή, αλλά είναι αδύνατη, άρα ποιός θα την προστατέψει;"
Α ρε Μίκυ, στα δεκαπέντε σου φονιάς και φυγάς.
Α ρε Κόρα, ορφανή, παιδιά χωρίς γονείς, χωρίς κάποιον ενήλικα να τα φροντίσει.
Όπως λέει και η συγγραφέας σε συνέντευξη της στο πρόγραμμα της παράστασης
"Πάντα πίστευα ότι η αθωότητα της παιδικής ηλικίας είναι ένα δώρο, και η κλοπή ή η απωλεια αυτής της αθωότητας μια τραγωδία"
Και οι αποδέκτες απλά τραγικές φιγούρες. Και ναι,
"Κάτι δε μου πήγαινε καλά με αυτούς τους δύο. Καθόλου καλά"
Φυσικά, όταν μεγαλώνει κανείς μόνος δε μπορεί παρα να μην είναι "καθόλου καλά"
Το θέμα σοβαρό, το έργο το βρήκα λίγο επιφανειακό, αλλά παρόλαταύτα δημιουργεί τις σκέψεις. Η παράσταση, έντονη, με ένταση, να γροθοκοπάει το μυαλό με την ένταση της, και να μπαίνει η ιστορία στο μελανιασμένο μυαλό, πιο έντονα. Το σύνολο όμως το βρήκα λίγο ασυνεχές.
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν οι ηθοποιοί: Ιωάννα Παππά, Όμηρος Πουλάκης, Γιώργος Γάλλος
στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
Η Κόρα και ο Μίκυ, δύο αδέλφια, μεγαλωμένα στην ιρλανδική επαρχεία, από κάποιο Θείο, θεία, ασαφές, γιατί μάλλον η μητέρα τους έχει πεθάνει, παρατημένα εκεί, παραμελημένα, βιωνουν την αδιαφορία, και η Κόρα, έρμαιο στη παιδική σεξουαλική κακοποίηση από ένα πελάτη του μπαρ των θείων της. Μοναδική τους ζεστασιά η φαντασίωση της φυγής. Και ο Μίκυ, αν και δε θέλει να μη κάνει το καλό, ξέρει πιο είναι το καλό, μετατρέπεται σε εγκληματία. Σκοτώνει το βιαστή της αδερφής του επειδή εκείνη του το ζήτησε, όπως μετά χτυπάει και τον αστυνομικό επειδή την έριξε κάτω.
"Πάντως ήταν αυτοάμυνα. Δηλαδή, αν η Κόρα ήταν πιο δυνατή έτσι θα τον χτυπούσε κι αυτή, αλλά είναι αδύνατη, άρα ποιός θα την προστατέψει;"
Α ρε Μίκυ, στα δεκαπέντε σου φονιάς και φυγάς.
Α ρε Κόρα, ορφανή, παιδιά χωρίς γονείς, χωρίς κάποιον ενήλικα να τα φροντίσει.
Όπως λέει και η συγγραφέας σε συνέντευξη της στο πρόγραμμα της παράστασης
"Πάντα πίστευα ότι η αθωότητα της παιδικής ηλικίας είναι ένα δώρο, και η κλοπή ή η απωλεια αυτής της αθωότητας μια τραγωδία"
Και οι αποδέκτες απλά τραγικές φιγούρες. Και ναι,
"Κάτι δε μου πήγαινε καλά με αυτούς τους δύο. Καθόλου καλά"
Φυσικά, όταν μεγαλώνει κανείς μόνος δε μπορεί παρα να μην είναι "καθόλου καλά"
Το θέμα σοβαρό, το έργο το βρήκα λίγο επιφανειακό, αλλά παρόλαταύτα δημιουργεί τις σκέψεις. Η παράσταση, έντονη, με ένταση, να γροθοκοπάει το μυαλό με την ένταση της, και να μπαίνει η ιστορία στο μελανιασμένο μυαλό, πιο έντονα. Το σύνολο όμως το βρήκα λίγο ασυνεχές.
Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Παίζουν οι ηθοποιοί: Ιωάννα Παππά, Όμηρος Πουλάκης, Γιώργος Γάλλος
στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
Οι τρεις σωματοφύλακες (παιδικό)
& τα διαμάντια της Βασίλισσας
βασισμένο στο έργο του Αλέξανδρου Δουμά
Διασκευή: Κάρμεν Ρουγγέρη
Η γνωστή και πολυαγαπημένη μας ιστορία του νεαρού Νταρτανιάν (κατά Ιάσωνα "καστανάς") που αφήνει την γαλλική επαρχία και φτιάχνει τη τύχη του στο Παρίσι. "Προσόντα όταν έχεις το θάρρος το μυαλό, σίγουρα θα πετύχεις αυτό είναι φανερό" Μικροπαρεξηγήσεις και φιλίες δυνατές γεννιούνται. " Ένας για όλους και όλοι για έναν". Περιπέτεια. Εμπόδια που ξεπερνιούνται. Ομορφη παράσταση για παιδιά, γεμάτη ζωντάνια και κέφι, με όμορφη μουσική σε αναγεννησιακό στυλ, να ταιριάζει με την εποχή.
Μια ακόμη πολύ καλή δουλειά από τη κ. Ρουγγέρη, όπως μας έχει συνηθίσει.
Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη
Παίζουν οι ηθοποιοί: Μαρία Βλάχου, Αντώνης Δημητροκάλης, Λουκάς Ζήκος, Γιώργος Κατινάς, Αλέξανδρος Κομπογιώργος, Φώτης Μπατζάς, Γιάννης Νικολάου, Τάσος Παπαδόπουλος, Ελεάνα Παπαδοπούλου, Μαρία Πίγκου, Ζήσης Ρούμπος, Χριστίνα Φρονίστα
Στο θέατρο Κιβωτός
βασισμένο στο έργο του Αλέξανδρου Δουμά
Διασκευή: Κάρμεν Ρουγγέρη
Η γνωστή και πολυαγαπημένη μας ιστορία του νεαρού Νταρτανιάν (κατά Ιάσωνα "καστανάς") που αφήνει την γαλλική επαρχία και φτιάχνει τη τύχη του στο Παρίσι. "Προσόντα όταν έχεις το θάρρος το μυαλό, σίγουρα θα πετύχεις αυτό είναι φανερό" Μικροπαρεξηγήσεις και φιλίες δυνατές γεννιούνται. " Ένας για όλους και όλοι για έναν". Περιπέτεια. Εμπόδια που ξεπερνιούνται. Ομορφη παράσταση για παιδιά, γεμάτη ζωντάνια και κέφι, με όμορφη μουσική σε αναγεννησιακό στυλ, να ταιριάζει με την εποχή.
Μια ακόμη πολύ καλή δουλειά από τη κ. Ρουγγέρη, όπως μας έχει συνηθίσει.
Σκηνοθεσία: Κάρμεν Ρουγγέρη
Παίζουν οι ηθοποιοί: Μαρία Βλάχου, Αντώνης Δημητροκάλης, Λουκάς Ζήκος, Γιώργος Κατινάς, Αλέξανδρος Κομπογιώργος, Φώτης Μπατζάς, Γιάννης Νικολάου, Τάσος Παπαδόπουλος, Ελεάνα Παπαδοπούλου, Μαρία Πίγκου, Ζήσης Ρούμπος, Χριστίνα Φρονίστα
Στο θέατρο Κιβωτός
Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007
Μπλε Μελαγχολία
των Μανου Ελευθερίου, Μαρω Δουκα, Μενιου Κουμανταρέα
Τρεις μονόλογοι, τρία μονόπρακτα με κεντρικό άξονα τη μετανάστευση. Τρεις ξένοι στην Ελλάδα. Τρεις ιστορίες.
Ο πολωνός ηθοποιός με τις σπουδές, τη καλιέργεια, που καθαρίζει σπίτια.
Ο αλβανός νεαρός που δε μπορεί να είναι νεαρός. Στα είκοσι πρέπει να είναι ώριμος. Αδυνατεί και πληρώνει το τίμημα.
Και η μεσαία ιστορία, η συγκλονιστική ιστορία μιας ουκρανής, που την εκμεταλεύονται, που τη χρησιμοποιούν. Αυτά που περιγράφει σοκάρουν. Δεν έχει σημασία να η κ. Μάρω Δούκα βασίστηκε σε αληθινά γεγονότα. Θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν συμβεί, όσο φρικαλέα κι αν είναι δυστυχώς δε με εξέπληξαν. Μπορεί να στρουθοκαμηλίζω και να μη σκέφτομαι τη πιθανότητα να συμβαίνουν αλλά μέσα μου ξέρω ότι στη δημοκρατική δύση και αυτό είναι πιθανό.
Όχι δεν είναι τόσο οι δυσκολίες που οι τρεις άνθρωποι συναντούν. Δεν είναι τα γεγονότα της ζωής τους που τους κάνουν τραγικές φιγούρες. Θα μπορούσαν να είναι οι ιστορίες του οποιουδήποτε. Όμως αυτοί οι τρεις άνθρωποι έχουν μία επιπλέον δυσκολία να αντιμετωπίσουν. Κάτι που όλα τα ισοπεδώνει και τους προσδίδει το ίδιο χρώμα στις εμπειρίες τους. Είναι και αισθάνονται ξένοι. Οι δυσκολίες τους τόσο πιο έντονες επειδή είναι ξένοι. Και ξένοι θα παραμείνουν. Όχι ευπρόσδεκτοι. Με λαχτάρα να ήταν. Με λαχτάρα να γίνουν έλληνες πολίτες. Με λαχτάρα να ενσωματωθούν. Να ανήκουν.
"Να περισσεύεις παντού. Να μη χωράς πουθενά. Να σου πει η πατρίδα σου "Φύγε, είμαστε πολλοί". Να σου πούνε αλλού "Φύγε. Με ενοχλείς. Με στριμώχνεις"
Και στη ξένη χώρα δεν είσαι πια ο Μάρεκ, η Ιρίνα, ο Αλτίν αλλά ο πολωνός, η ουκρανή, ο αλβανός. Όλη σου η ύπαρξη να χρωματίζεται από το ότι είσαι ο "ξένος". Η ταμπέλλα, η εττικέτα. Δε προλαβαίνεις να εξηγήσεις, να είσαι εσύ, πρώτα από όλα είσαι ο "ξένος"
Να είσαι ο κανένας. Μάτια που σε κοιτάνε να μη σε βλέπουνε. Και να έχεις ανάγκη να σε δουν. Να πάψεις να είσαι όλο απέναντι.
Θυμήθηκα τη Ντιάνα, μουσικός στη Βουλγαρία, εν Ελλάδι κάνει αποτριχώσεις. Δεν έχει σημασία. Κι εγώ θα το έκανα για να επιβιώσω. Και το έχω κάνει. Οι χαμοδουλειές είναι αναγκαίες μερικές φορές και τιμή μας και καμάρι μας που μπορούμε και τις κάνουμε. Όμως η Ντιάνα, εν Ελλάδι λέγεται Άρτεμις, το άλλαξε το όνομα της, και μαζί με αυτό, στη προσπάθεια να ανήκει, να χωρέσει, χάνει πολλά από τα κομμάτια της Ντιάνας. Και άραγε, η Άρτεμις της ταιριάζει, άραγε η Άρτεμις αξίζει το κόπο, τα κομμάτια της Ντιάνας που μείνανε πίσω στη Βουλγαρία αξίζαν να χαθούν;
Και πόσα ακόμα χάνει κάθε φορά που το βλέμμα που στρέφεται πάνω της δε βλέπει ούτε τη Ντιάνα, ούτε την Άρτεμη, αλλά τη Βουλγάρα. Αναρωτιέμαι.
Μια παράσταση συμπαθητική, αξίζει να τη δει κανείς για τις εξαίρετες ερμηνείες και των τριών νεαρών ηθοποιών. Και πιο πολύ για τη νέα κοπέλα, την Λουκία Μιχαλοπούλου, που το βράδυ που την είδα εγώ τουλάχιστον, βίωνε αληθινά πάνω στη σκηνή την ιστορία της Ιρίνα. Εκπληκτική πράγματι. Μπράβο της.
Σκηνοθεσία: Γιώργος Μιχαηλίδης
Παίζουν οι ηθοποιοί: Πέτρος Σπυρόπουλος, Λουκία Μιχαλοπούλου, Μάνος Καρατζογιάννης
Στο Ανοιχτό Θέατρο
Τρεις μονόλογοι, τρία μονόπρακτα με κεντρικό άξονα τη μετανάστευση. Τρεις ξένοι στην Ελλάδα. Τρεις ιστορίες.
Ο πολωνός ηθοποιός με τις σπουδές, τη καλιέργεια, που καθαρίζει σπίτια.
Ο αλβανός νεαρός που δε μπορεί να είναι νεαρός. Στα είκοσι πρέπει να είναι ώριμος. Αδυνατεί και πληρώνει το τίμημα.
Και η μεσαία ιστορία, η συγκλονιστική ιστορία μιας ουκρανής, που την εκμεταλεύονται, που τη χρησιμοποιούν. Αυτά που περιγράφει σοκάρουν. Δεν έχει σημασία να η κ. Μάρω Δούκα βασίστηκε σε αληθινά γεγονότα. Θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν συμβεί, όσο φρικαλέα κι αν είναι δυστυχώς δε με εξέπληξαν. Μπορεί να στρουθοκαμηλίζω και να μη σκέφτομαι τη πιθανότητα να συμβαίνουν αλλά μέσα μου ξέρω ότι στη δημοκρατική δύση και αυτό είναι πιθανό.
Όχι δεν είναι τόσο οι δυσκολίες που οι τρεις άνθρωποι συναντούν. Δεν είναι τα γεγονότα της ζωής τους που τους κάνουν τραγικές φιγούρες. Θα μπορούσαν να είναι οι ιστορίες του οποιουδήποτε. Όμως αυτοί οι τρεις άνθρωποι έχουν μία επιπλέον δυσκολία να αντιμετωπίσουν. Κάτι που όλα τα ισοπεδώνει και τους προσδίδει το ίδιο χρώμα στις εμπειρίες τους. Είναι και αισθάνονται ξένοι. Οι δυσκολίες τους τόσο πιο έντονες επειδή είναι ξένοι. Και ξένοι θα παραμείνουν. Όχι ευπρόσδεκτοι. Με λαχτάρα να ήταν. Με λαχτάρα να γίνουν έλληνες πολίτες. Με λαχτάρα να ενσωματωθούν. Να ανήκουν.
"Να περισσεύεις παντού. Να μη χωράς πουθενά. Να σου πει η πατρίδα σου "Φύγε, είμαστε πολλοί". Να σου πούνε αλλού "Φύγε. Με ενοχλείς. Με στριμώχνεις"
Και στη ξένη χώρα δεν είσαι πια ο Μάρεκ, η Ιρίνα, ο Αλτίν αλλά ο πολωνός, η ουκρανή, ο αλβανός. Όλη σου η ύπαρξη να χρωματίζεται από το ότι είσαι ο "ξένος". Η ταμπέλλα, η εττικέτα. Δε προλαβαίνεις να εξηγήσεις, να είσαι εσύ, πρώτα από όλα είσαι ο "ξένος"
Να είσαι ο κανένας. Μάτια που σε κοιτάνε να μη σε βλέπουνε. Και να έχεις ανάγκη να σε δουν. Να πάψεις να είσαι όλο απέναντι.
Θυμήθηκα τη Ντιάνα, μουσικός στη Βουλγαρία, εν Ελλάδι κάνει αποτριχώσεις. Δεν έχει σημασία. Κι εγώ θα το έκανα για να επιβιώσω. Και το έχω κάνει. Οι χαμοδουλειές είναι αναγκαίες μερικές φορές και τιμή μας και καμάρι μας που μπορούμε και τις κάνουμε. Όμως η Ντιάνα, εν Ελλάδι λέγεται Άρτεμις, το άλλαξε το όνομα της, και μαζί με αυτό, στη προσπάθεια να ανήκει, να χωρέσει, χάνει πολλά από τα κομμάτια της Ντιάνας. Και άραγε, η Άρτεμις της ταιριάζει, άραγε η Άρτεμις αξίζει το κόπο, τα κομμάτια της Ντιάνας που μείνανε πίσω στη Βουλγαρία αξίζαν να χαθούν;
Και πόσα ακόμα χάνει κάθε φορά που το βλέμμα που στρέφεται πάνω της δε βλέπει ούτε τη Ντιάνα, ούτε την Άρτεμη, αλλά τη Βουλγάρα. Αναρωτιέμαι.
Μια παράσταση συμπαθητική, αξίζει να τη δει κανείς για τις εξαίρετες ερμηνείες και των τριών νεαρών ηθοποιών. Και πιο πολύ για τη νέα κοπέλα, την Λουκία Μιχαλοπούλου, που το βράδυ που την είδα εγώ τουλάχιστον, βίωνε αληθινά πάνω στη σκηνή την ιστορία της Ιρίνα. Εκπληκτική πράγματι. Μπράβο της.
Σκηνοθεσία: Γιώργος Μιχαηλίδης
Παίζουν οι ηθοποιοί: Πέτρος Σπυρόπουλος, Λουκία Μιχαλοπούλου, Μάνος Καρατζογιάννης
Στο Ανοιχτό Θέατρο
Σάββατο, Μαρτίου 10, 2007
Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ;
του Edward Albee
Πως γίνεται εγώ που δηλώνω θεατρόφιλη να μην είχα δει αυτό το έργο; Πως;
Η Μάρθα και ο Τζωρτζ, ένα ζευγάρι παντρεμένο για είκοσι τρία χρόνια. Μια κοινή ζωή, σχέδια και όνειρα που κάνανε στη νιότη τους και δε πραγματοποιήθηκαν, οι ματαιώσεις της ζωής. Όλα αυτά κομμάτι τους, μέσα τους να υποβόσκουν και δειλά δειλά να βγαίνουν προς τα έξω. Κι έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, που όλα τα ανομολόγητα, που όμως και οι δύο τα γνωρίζουν πολύ καλά και πονάνε για αυτά, πρέπει να βγουν έξω, πρέπει να ειπωθούν, όσο σκληρό κι αν είναι αυτό. Για να μπορέσουν να επαναπροσδιορίζουν τη σχέση τους, να τη λυτρώσουν από τα ανεκπλήρωτα και να τη στηρίξουν σε αυτό που είναι σήμερα. Μια δύσκολη νύχτα, παρουσία ενός ξένου ζευγαριού, θα τα εκθέσουν, θα εκτεθούν, να μην υπάρξει αμφιβολία, οι αλήθειες να μη μένουν με αμφιβολία στη ψυχή, αλλά στο φως, ξεγυμνωμένες, με υπόσταση. Μόνο αν τις αντικρίσουν κατάματα θα μπορέσουν πια να απελευθερωθούν από αυτές και να προχωρήσουν.
Η Μάρθα, κόρη του προέδρου του Πανεπιστημίου, παντρεύτηκε τον Τζωρτζ, τότε νεαρό καθηγητή. Παντρευτήκανε επειδή αγαπηθήκανε, η προφανής προσδοκία ότι ο Τζωρτζ κάποια στιγμή θα έπαιρνε τη θέση του πατέρα της. Αυτό δε το κατάφερε.
Και τη βλέπουμε αυτή τη νύχτα, να τον εξευτελίζει, να τον πατάει, να τραβάει το σκοινί, κι άλλο, κι άλλο, μέχρι να σπάσει. Αυτός δεν αντεπιτίθεται. Φαίνεται μαλθακός. Δέχεται τον διασυρμό.
- Εσύ νομίζεις ότι μπορείς να με εξευτελίζεις, να με ταπεινώνεις
- Εσύ μπορείς να το αντέξεις
- Όχι, δε μπορώ να το αντέξω
- Μπορείς. Για αυτό με παντρεύτηκες
Κάποια στιγμή σα μανιασμένο ζώο, επιτίθεται στους καλεσμένους, το φαινομενικά ευτυχισμένο ζευγάρι με όλη τη ζωή και την επιτυχία μπροστά του. Ξεσπάει εκεί γιατί κάπου πρέπει να ξεσπάσει. Και είδατε έχετε και εσείς ανομολόγητες αλήθειες που και οι δύο σας τις ξέρετε και αποφεύγετε να τις δείτε. Τους ξεγυμνώνει για να μην ξεγυμνώσει τη Μάρθα. Και η Μάρθα συνεχίζει να τραβάει το σκοινί.
- Με σιχαίνομαι. Πέρασα τη ζωή μου με ψίχουλα
Λέει η Μάρθα κάποια στιγμή και είχα την εντύπωση ότι αναφερότανε στη ζωή που χαράμισε δίπλα σε έναν άντρα που αποδείχτηκε λίγος. Που να ήξερα ότι αναφερότανε και στον εαυτό της που ήτανε λίγος. Και ότι ο Τζωρτζ προσπαθεί όλη αυτήν τη δύσκολη νύχτα να τη προστατέψει από τη συνειδητοποίηση. Όμως πια δε πρέπει να τη προστατεύει. Μόνο αν αφήσει πίσω της τα όνειρα του παρελθόντος και φτιάξει καινούργια θα μπορέσει να γίνει ευτυχισμένη. Η Μάρθα το ξέρει αυτό και για αυτό συνεχίζει να τραβάει το σκοινί. Μέχρι να σπάσει.
Μόνο αυτός μπορεί να με κάνει ευτυχισμένη, αυτός που με κρατάει σφικτά τη νύχτα και εγώ τον δαγκώνω.
Μπορεί να με κάνει ευτυχισμένη μόνο που εγώ δε θέλω. Ένα πράγμα δε θα του συγχωρέσω , ότι τα παράτησε στη μέση.
Αλλά ο Τζωρτζ δε τα παρατάει στη μέση. Μένει εκεί.
Μια νύχτα θα του σπάσω τη ραχοκοκαλιά
Και του τη σπάει, κι επιτέλους, βίαια, της δίνει αυτό που ασυνείδητα ζητούσε. Την αλήθεια. Λύτρωση και για τους δύο της. Η νύχτα τελειώνει, οι καλεσμένοι φεύγουν. Ξημερώνει. Αυγή και για τους δυο τους.
* Δε σας λέω ποια η τελική αποκάλυψη για να μη το χαλάσω σε όσους δε ξέρουν το έργο.
Η παράσταση είναι εύστοχα στημένη, χωρίς υπερβολές, η μουσική συνοδεύει όπως πρέπει. Πολύ δυνατές ερμηνείες από όλους τους συντελεστές. Η κ. Βαγενά καταφέρνει πάντα να μεταμορφωθεί και να με κάνει να νιώσω ότι μου συστήνει κάθε φορά και μια άλλη γυναίκα, να μπω στο πετσί αυτής της γυναίκας, να τη βιώσω.
Άλλη μια από τις φετινές παραστάσεις που συστήνω ανεπιφύλακτα.
Για όσους βέβαια, είχαν τη τύχη να το έχουνε δει με Καρέζη, Καζάκο, Βαλτινό και Λαζαρίδου, δε ξέρω τι να πω. Εγώ δεν ανήκω σε αυτούς. Η μητέρα μου αρνείται να το ματαδεί, μία θεία μου που είχε εκείνη την εμπειρία, αναπόφευκτα έκανε και τη σύγκριση και δήλωσε (κι αν θέλετε το πιστεύετε ) ότι της άρεσε περισσότερο η φετινή παράσταση.
Σκηνοθεσία: Ελένη Μποζά
Παίζουν οι ηθοποιοί: Άννα Βαγενά, Γιώργος Νινιός, Γιασεμί Κηλαηδόνη, Γιώργος Χρυσοστόμου
Στο θέατρο Μεταξουργείο
Πως γίνεται εγώ που δηλώνω θεατρόφιλη να μην είχα δει αυτό το έργο; Πως;
Η Μάρθα και ο Τζωρτζ, ένα ζευγάρι παντρεμένο για είκοσι τρία χρόνια. Μια κοινή ζωή, σχέδια και όνειρα που κάνανε στη νιότη τους και δε πραγματοποιήθηκαν, οι ματαιώσεις της ζωής. Όλα αυτά κομμάτι τους, μέσα τους να υποβόσκουν και δειλά δειλά να βγαίνουν προς τα έξω. Κι έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, που όλα τα ανομολόγητα, που όμως και οι δύο τα γνωρίζουν πολύ καλά και πονάνε για αυτά, πρέπει να βγουν έξω, πρέπει να ειπωθούν, όσο σκληρό κι αν είναι αυτό. Για να μπορέσουν να επαναπροσδιορίζουν τη σχέση τους, να τη λυτρώσουν από τα ανεκπλήρωτα και να τη στηρίξουν σε αυτό που είναι σήμερα. Μια δύσκολη νύχτα, παρουσία ενός ξένου ζευγαριού, θα τα εκθέσουν, θα εκτεθούν, να μην υπάρξει αμφιβολία, οι αλήθειες να μη μένουν με αμφιβολία στη ψυχή, αλλά στο φως, ξεγυμνωμένες, με υπόσταση. Μόνο αν τις αντικρίσουν κατάματα θα μπορέσουν πια να απελευθερωθούν από αυτές και να προχωρήσουν.
Η Μάρθα, κόρη του προέδρου του Πανεπιστημίου, παντρεύτηκε τον Τζωρτζ, τότε νεαρό καθηγητή. Παντρευτήκανε επειδή αγαπηθήκανε, η προφανής προσδοκία ότι ο Τζωρτζ κάποια στιγμή θα έπαιρνε τη θέση του πατέρα της. Αυτό δε το κατάφερε.
Και τη βλέπουμε αυτή τη νύχτα, να τον εξευτελίζει, να τον πατάει, να τραβάει το σκοινί, κι άλλο, κι άλλο, μέχρι να σπάσει. Αυτός δεν αντεπιτίθεται. Φαίνεται μαλθακός. Δέχεται τον διασυρμό.
- Εσύ νομίζεις ότι μπορείς να με εξευτελίζεις, να με ταπεινώνεις
- Εσύ μπορείς να το αντέξεις
- Όχι, δε μπορώ να το αντέξω
- Μπορείς. Για αυτό με παντρεύτηκες
Κάποια στιγμή σα μανιασμένο ζώο, επιτίθεται στους καλεσμένους, το φαινομενικά ευτυχισμένο ζευγάρι με όλη τη ζωή και την επιτυχία μπροστά του. Ξεσπάει εκεί γιατί κάπου πρέπει να ξεσπάσει. Και είδατε έχετε και εσείς ανομολόγητες αλήθειες που και οι δύο σας τις ξέρετε και αποφεύγετε να τις δείτε. Τους ξεγυμνώνει για να μην ξεγυμνώσει τη Μάρθα. Και η Μάρθα συνεχίζει να τραβάει το σκοινί.
- Με σιχαίνομαι. Πέρασα τη ζωή μου με ψίχουλα
Λέει η Μάρθα κάποια στιγμή και είχα την εντύπωση ότι αναφερότανε στη ζωή που χαράμισε δίπλα σε έναν άντρα που αποδείχτηκε λίγος. Που να ήξερα ότι αναφερότανε και στον εαυτό της που ήτανε λίγος. Και ότι ο Τζωρτζ προσπαθεί όλη αυτήν τη δύσκολη νύχτα να τη προστατέψει από τη συνειδητοποίηση. Όμως πια δε πρέπει να τη προστατεύει. Μόνο αν αφήσει πίσω της τα όνειρα του παρελθόντος και φτιάξει καινούργια θα μπορέσει να γίνει ευτυχισμένη. Η Μάρθα το ξέρει αυτό και για αυτό συνεχίζει να τραβάει το σκοινί. Μέχρι να σπάσει.
Μόνο αυτός μπορεί να με κάνει ευτυχισμένη, αυτός που με κρατάει σφικτά τη νύχτα και εγώ τον δαγκώνω.
Μπορεί να με κάνει ευτυχισμένη μόνο που εγώ δε θέλω. Ένα πράγμα δε θα του συγχωρέσω , ότι τα παράτησε στη μέση.
Αλλά ο Τζωρτζ δε τα παρατάει στη μέση. Μένει εκεί.
Μια νύχτα θα του σπάσω τη ραχοκοκαλιά
Και του τη σπάει, κι επιτέλους, βίαια, της δίνει αυτό που ασυνείδητα ζητούσε. Την αλήθεια. Λύτρωση και για τους δύο της. Η νύχτα τελειώνει, οι καλεσμένοι φεύγουν. Ξημερώνει. Αυγή και για τους δυο τους.
* Δε σας λέω ποια η τελική αποκάλυψη για να μη το χαλάσω σε όσους δε ξέρουν το έργο.
Η παράσταση είναι εύστοχα στημένη, χωρίς υπερβολές, η μουσική συνοδεύει όπως πρέπει. Πολύ δυνατές ερμηνείες από όλους τους συντελεστές. Η κ. Βαγενά καταφέρνει πάντα να μεταμορφωθεί και να με κάνει να νιώσω ότι μου συστήνει κάθε φορά και μια άλλη γυναίκα, να μπω στο πετσί αυτής της γυναίκας, να τη βιώσω.
Άλλη μια από τις φετινές παραστάσεις που συστήνω ανεπιφύλακτα.
Για όσους βέβαια, είχαν τη τύχη να το έχουνε δει με Καρέζη, Καζάκο, Βαλτινό και Λαζαρίδου, δε ξέρω τι να πω. Εγώ δεν ανήκω σε αυτούς. Η μητέρα μου αρνείται να το ματαδεί, μία θεία μου που είχε εκείνη την εμπειρία, αναπόφευκτα έκανε και τη σύγκριση και δήλωσε (κι αν θέλετε το πιστεύετε ) ότι της άρεσε περισσότερο η φετινή παράσταση.
Σκηνοθεσία: Ελένη Μποζά
Παίζουν οι ηθοποιοί: Άννα Βαγενά, Γιώργος Νινιός, Γιασεμί Κηλαηδόνη, Γιώργος Χρυσοστόμου
Στο θέατρο Μεταξουργείο
Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007
Σοφία Λασκαρίδου – Το Ταξίδι μιας ζωής
του Γιάννη Μαργαρίτη
Μιά όμορφη αναφορά στη ζωή της Σοφίας Λασκαρίδου από την Λεμονιά
Τη Σοφία Λασκαρίδου δεν την ήξερα, δεν την είχα ακουστά και θαύμασα το ποια ήταν, τι έκανε, τη δύναμη της να υπάρξει έτσι όπως υπήρξε.
Ζωγράφος. Η ανάγκη της να υπηρετήσει τη τέχνη της την ώθησε να διεκδικήσει και να είναι η πρώτη γυναίκα που σπούδασε στη σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου. Η ίδια ανάγκη την έστειλε στο Μόναχο για περεταίρω σπουδές. Πνεύμα ελεύθερο, μεγαλωμένη σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που της έδωσε τη πολυτέλεια να εκφράσει αυτήν την ελευθερία του πνεύματος της, έζησε σύμφωνα με την αλήθεια της.
Προσπαθώ να φανταστώ τι «γυναίκα», τι «άνθρωπος» θα έπρεπε να ήταν όταν διαβάζω στο πρόγραμμα « Άφοβη με το κουτί της ζωγραφικής εις το χέρι έτρεχε τα βουνά και τους κάμπους της Αττικής και με το μικρό της ρεβόλβερ εις τη τσέπην εταξίδευε μόνη ζωγραφίζουσα, Νησιά, Στερεάν και Πελοπόννησον» και παίρνω ένα μάθημα για τη δικιά μου τη ζωή.
Κι έχω την αίσθηση ότι ήταν πρωτοπόρος, όχι γιατί είχε σκοπό να ανοίξει το δρόμο για τις γυναίκες, ή γιατί ήθελε να κατακτήσει κάποια δικαιώματα. Ήταν πρωτοπόρος απλά ζώντας όπως την πρόσταζε η φύση της.
Ο Γιάννης Μαργαρίτης εμπνέεται από αυτόν τον άνθρωπο και μας καταθέτει στιγμές από τη ζωή της. Τη ζωή μιας γυναίκας. Όχι τόσο τα γεγονότα του παρελθόντος της, ναι και αυτά, αλλά κυρίως το τρόπο που τα βίωσε. Την ουσία τους;
Η παράσταση ξεκινά με τη ζωγράφο, στη δύση της ζωής της, να καίει γραπτά της και επιστολές. Να απαλλάξει τους κληρονόμους της από το βάρος της μνήμης που κουβαλούν; να προστατέψει το παρελθόν της από έκθεση μη αρμόζουσα στο περιεχόμενο του; Εξάλλου
«αυτά που αξίζουν να μείνουν δε μπορούν να καταγραφούν», δε θα τα βρει κανείς μέσα στις καταγεγραμμένες σκέψεις της, τις αποκομμένες από το βίωμα.
Η μνήμη κατοικεί μέσα μας.
Και το γεγονός της ζωής χρωματίζεται από το συναίσθημα που δημιουργεί.
Σαφέστατα η δικιά της ζωή, χρωματίστηκε από τον έντονο πόνο από την αυτοκτονία του αγαπημένου της, του ποιητή Περικλή Γιαννόπουλου. Παρόλαταυτα την έζησε στο έπακρο και τη τίμησε. Μόνο να, "ελπίζω όταν φύγει η ψυχή να γίνει κάτι άλλο, να μην υποχρεωθεί στο καταναγκασμό της ζωής ξανά" (Ζητώ συγνώμη δε τα θυμάμαι ακριβώς τα λόγια, αλλά νομίζω ότι την ουσία τους τη μεταφέρω)
Τα κείμενα της παράστασης είναι βασισμένα στην αυτοβιογραφία της ζωγράφου, σε μαρτυρίες συγγενών και σε ελάχιστες προσωπικές μνήμες του Γιάννη Μαργαρίτη.
Σκέφτομαι πόσο υπέροχο να γνωρίσεις έναν τέτοιον άνθρωπο. Δεν εκπλήσσομαι που τον εμπνέει να δημιουργήσει μια τόσο όμορφη παράσταση. Η Χρυσάνθη Δούζη πολύ όμορφα μας μεταφέρει κάτι από την ουσία της ζωγράφου, ίσως κάτι κι από τη ψυχή της. Μοναδική μου ένσταση, η παρουσία του Χρήστου Θηβαίου, που ήταν κάπως αμήχανος και δεν έδενε με το όλο κλίμα. Η μουσική του, που ως επι το πλείστον ήταν ποίηση του ποιητή και αγαπημένου της ζωγράφου, Περικλή Γιαννόπουλου, και πρόσθετε στο κείμενο, θα μπορούσε ίσως να ενταχθεί με κάποιον άλλον τρόπο.
Σκηνοθεσία: Γιάννης Μαργαρίτης
Παίζουν οι: Χρυσάνθη Δούζη, Χρήστος Θηβαίος
Στο θέατρο της Άνοιξης
Μιά όμορφη αναφορά στη ζωή της Σοφίας Λασκαρίδου από την Λεμονιά
Τη Σοφία Λασκαρίδου δεν την ήξερα, δεν την είχα ακουστά και θαύμασα το ποια ήταν, τι έκανε, τη δύναμη της να υπάρξει έτσι όπως υπήρξε.
Ζωγράφος. Η ανάγκη της να υπηρετήσει τη τέχνη της την ώθησε να διεκδικήσει και να είναι η πρώτη γυναίκα που σπούδασε στη σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου. Η ίδια ανάγκη την έστειλε στο Μόναχο για περεταίρω σπουδές. Πνεύμα ελεύθερο, μεγαλωμένη σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που της έδωσε τη πολυτέλεια να εκφράσει αυτήν την ελευθερία του πνεύματος της, έζησε σύμφωνα με την αλήθεια της.
Προσπαθώ να φανταστώ τι «γυναίκα», τι «άνθρωπος» θα έπρεπε να ήταν όταν διαβάζω στο πρόγραμμα « Άφοβη με το κουτί της ζωγραφικής εις το χέρι έτρεχε τα βουνά και τους κάμπους της Αττικής και με το μικρό της ρεβόλβερ εις τη τσέπην εταξίδευε μόνη ζωγραφίζουσα, Νησιά, Στερεάν και Πελοπόννησον» και παίρνω ένα μάθημα για τη δικιά μου τη ζωή.
Κι έχω την αίσθηση ότι ήταν πρωτοπόρος, όχι γιατί είχε σκοπό να ανοίξει το δρόμο για τις γυναίκες, ή γιατί ήθελε να κατακτήσει κάποια δικαιώματα. Ήταν πρωτοπόρος απλά ζώντας όπως την πρόσταζε η φύση της.
Ο Γιάννης Μαργαρίτης εμπνέεται από αυτόν τον άνθρωπο και μας καταθέτει στιγμές από τη ζωή της. Τη ζωή μιας γυναίκας. Όχι τόσο τα γεγονότα του παρελθόντος της, ναι και αυτά, αλλά κυρίως το τρόπο που τα βίωσε. Την ουσία τους;
Η παράσταση ξεκινά με τη ζωγράφο, στη δύση της ζωής της, να καίει γραπτά της και επιστολές. Να απαλλάξει τους κληρονόμους της από το βάρος της μνήμης που κουβαλούν; να προστατέψει το παρελθόν της από έκθεση μη αρμόζουσα στο περιεχόμενο του; Εξάλλου
«αυτά που αξίζουν να μείνουν δε μπορούν να καταγραφούν», δε θα τα βρει κανείς μέσα στις καταγεγραμμένες σκέψεις της, τις αποκομμένες από το βίωμα.
Η μνήμη κατοικεί μέσα μας.
Και το γεγονός της ζωής χρωματίζεται από το συναίσθημα που δημιουργεί.
Σαφέστατα η δικιά της ζωή, χρωματίστηκε από τον έντονο πόνο από την αυτοκτονία του αγαπημένου της, του ποιητή Περικλή Γιαννόπουλου. Παρόλαταυτα την έζησε στο έπακρο και τη τίμησε. Μόνο να, "ελπίζω όταν φύγει η ψυχή να γίνει κάτι άλλο, να μην υποχρεωθεί στο καταναγκασμό της ζωής ξανά" (Ζητώ συγνώμη δε τα θυμάμαι ακριβώς τα λόγια, αλλά νομίζω ότι την ουσία τους τη μεταφέρω)
Τα κείμενα της παράστασης είναι βασισμένα στην αυτοβιογραφία της ζωγράφου, σε μαρτυρίες συγγενών και σε ελάχιστες προσωπικές μνήμες του Γιάννη Μαργαρίτη.
Σκέφτομαι πόσο υπέροχο να γνωρίσεις έναν τέτοιον άνθρωπο. Δεν εκπλήσσομαι που τον εμπνέει να δημιουργήσει μια τόσο όμορφη παράσταση. Η Χρυσάνθη Δούζη πολύ όμορφα μας μεταφέρει κάτι από την ουσία της ζωγράφου, ίσως κάτι κι από τη ψυχή της. Μοναδική μου ένσταση, η παρουσία του Χρήστου Θηβαίου, που ήταν κάπως αμήχανος και δεν έδενε με το όλο κλίμα. Η μουσική του, που ως επι το πλείστον ήταν ποίηση του ποιητή και αγαπημένου της ζωγράφου, Περικλή Γιαννόπουλου, και πρόσθετε στο κείμενο, θα μπορούσε ίσως να ενταχθεί με κάποιον άλλον τρόπο.
Σκηνοθεσία: Γιάννης Μαργαρίτης
Παίζουν οι: Χρυσάνθη Δούζη, Χρήστος Θηβαίος
Στο θέατρο της Άνοιξης
Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2007
Η Επιστροφή
Του Τζόζεφ Κόνραντ
Ένα φαινομενικά «ευτυχισμένο» ζευγάρι. Αγγλική μεσοαστική τάξη, πολιτισμένες σχέσεις, οικονομική ευμάρεια. Επιτυχία. Ευτυχία; Ο σύζυγος επιστρέφει σπίτι για να βρει ένα γράμμα από τη γυναίκα του ότι τον εγκαταλείπει.
Ποτέ δε συναντήθηκες με τις σκέψεις μου
Αφήνει πίσω της ένα γάμο που δεν τη καλύπτει, που δεν της αγγίζει τη ψυχή.
Σε αγάπησα
Δε το ήξερα
Τότε γιατί σε παντρεύτηκα;
Δε ξέρω. Μήπως για να ικανοποιήσεις τον εαυτό σου για άλλη μια φορά;
Εσύ με αγάπησες;
Είμαι ανίκανη για κάτι τέτοιο. Άλλωστε αν σε αγαπούσα δε θα με έκανες γυναίκα σου
(Τώρα αυτό κάτι μου θύμισε, και κάποιο κεντηματάκι μου έκανε με την αλήθεια του, άλλα ας το προσπεράσουμε)
Αργότερα θα επιστρέψει. Το οικοδόμημα της ψευδαίσθησης όμως έχει καταρρεύσει.
Δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό το ξέρουν και οι δύο. Μπορούν να το αντέξουν;
Το χειρότερο που έκανες ήτανε αυτό το γράμμα;
Όχι, η επιστροφή μου
Και για κείνην και για κείνον.
Εκείνη δε θα μπορέσει ποτέ να διεκδικήσει αυτό που θέλει, αποφάσισε να βυθιστεί στη σύμβαση μια κοινής ζωής χωριστής.
Εκείνος, έχασε τη γυναίκα του, τη ψευδαίσθηση της επιτυχημένης, όλα καλά, ζωής του.
Οι λέξεις είναι πιο φοβερές από τις πράξεις
Ναι, η γυναίκα του ποτέ δεν τον εγκατέλειψε επί του πρακτέου. Κι όμως, ο γράμμα της, οι λέξεις της, που αυτό δήλωναν, που δήλωναν την επιθυμία της, είναι χειρότερο κι από το αν το έκανε. Την πράξη θα την αντιμετώπιζε, με κάποιο τρόπο θα μπορούσε να προχωρήσει κάπου αλλού, δεν έχει σημασία σε ποιο τόπο, θα ήταν κάποιος άλλος τόπος, μια καινούργια ψευδαίσθηση ίσως. Όμως, τη πρόθεση της, την επιθυμία της που δεν εκπληρώνεται, πώς να την αντιμετωπίσει; Πως;
Οι λέξεις είναι πιο φοβερές από τις πράξεις
Ναι, όταν οι λέξεις δηλώνουν, υπόσχονται, κατασκευάζουν ψευδαισθήσεις, αναιρούν; Και όταν οι λέξεις δε συμβαδίζουν με τις πράξεις, δεν είναι τότε η εσχάτη πράξη της προδοσίας;
Επιμένει στην αγάπη που είχε για αυτή. Και αυτή γιατί να μη μπορεί να τη νοιώσει; Μήπως διαφορετικά ορίζουν την αγάπη; Μήπως δεν μπόρεσαν, δε θα μπορούσαν ποτέ να βρουν τους κώδικες επικοινωνίας;
Αδύνατον να μάθω πως σκέφτονται οι γυναίκες
Ησυχάστε, είμαι εδώ, η γυναίκα σας…
Που με εγκατέλειψε
Και επέστρεψε
Και δε θα μου πει ποτέ την αλήθεια. Εσείς, ξέρετε τι σκεφτόταν όταν έφευγε. Πείτε μου!
Ποιος θα του απαντήσει σε αυτή την ερώτηση που με τόση αγωνία, σχεδόν απελπισία θέτει; Πως θα κατανοήσει; Κι έτσι, αυτός συνεχίζει να επιμένει στην αγάπη του για εκείνην. Και εκείνη κλειδωμένη στο δικό της κόσμο, η δικιά του οπτική άλλη, η δικιά της άλλη, δυο διαφορετικοί παραμορφωτικοί φακοί, δύο διαφορετικοί κόσμοι, για τον καθένα τους πραγματικοί. Όχι δεν υπάρχει για αυτούς κοινός τόπος επικοινωνίας. Κυρίως επειδή εκείνη έχει εγκαταλείψει τη πίστη της σε αυτόν. Μπορεί να επέστρεψε, αλλά τον είχε εγκαταλείψει πολύ πριν φύγει.
Πάψε να λες ότι με αγάπησες. Ποτέ σου δε με αγάπησες. Θα μπορούσε να είναι η οποιαδήποτε γυναίκα που μιλάει, φέρεται όπως θέλετε εσείς. Μόνο τον εαυτό σας αγαπήσατε.
Αν είχα πιστέψει ότι με αγαπούσες δε θα επέστρεφα
(Δε θα επέλεγε να τον τιμωρήσει έτσι; Θα έβρισκε λίγη συμπόνια μέσα της;)
Κι έτσι τελικά δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό το ξέρουν και οι δύο. Μπορούν να το αντέξουν;
Εκείνος όχι. Και φεύγει
Ο κύριος δεν επέστρεψε ποτέ
Και αυλαία…
Μια πολύ καλή παράσταση, η κ. Καραγιαννοπούλου αποδεικνύεται μια σκηνοθέτιδα που αξίζει να τη παρακολουθεί κανείς (αν θυμάται κανείς το Honour με τη Μαραγκού καταλαβαίνει τι εννοώ). Η σκηνή όπου οι δύο ηθοποιοί κινούνται ως μαριονέττες, μου άρεσε ιδιαίτερα. Ο κ. Φέρτης και η κ. Σταθακοπούλου είναι εξαίρετοι. Πάντα χαίρομαι να βλέπω ηθοποιούς που έχουν κατακτήσει την ωριμότητα και διατηρήσει το δόσιμο τους στη τέχνη του θεάτρου. Μία από τις παραστάσεις που συστήνω ανεπιφύλακτα για τη φετινή σαιζόν.
Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Γιάννης Φέρτης, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Αγγελική Μαρίνου
Ένα φαινομενικά «ευτυχισμένο» ζευγάρι. Αγγλική μεσοαστική τάξη, πολιτισμένες σχέσεις, οικονομική ευμάρεια. Επιτυχία. Ευτυχία; Ο σύζυγος επιστρέφει σπίτι για να βρει ένα γράμμα από τη γυναίκα του ότι τον εγκαταλείπει.
Ποτέ δε συναντήθηκες με τις σκέψεις μου
Αφήνει πίσω της ένα γάμο που δεν τη καλύπτει, που δεν της αγγίζει τη ψυχή.
Σε αγάπησα
Δε το ήξερα
Τότε γιατί σε παντρεύτηκα;
Δε ξέρω. Μήπως για να ικανοποιήσεις τον εαυτό σου για άλλη μια φορά;
Εσύ με αγάπησες;
Είμαι ανίκανη για κάτι τέτοιο. Άλλωστε αν σε αγαπούσα δε θα με έκανες γυναίκα σου
(Τώρα αυτό κάτι μου θύμισε, και κάποιο κεντηματάκι μου έκανε με την αλήθεια του, άλλα ας το προσπεράσουμε)
Αργότερα θα επιστρέψει. Το οικοδόμημα της ψευδαίσθησης όμως έχει καταρρεύσει.
Δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό το ξέρουν και οι δύο. Μπορούν να το αντέξουν;
Το χειρότερο που έκανες ήτανε αυτό το γράμμα;
Όχι, η επιστροφή μου
Και για κείνην και για κείνον.
Εκείνη δε θα μπορέσει ποτέ να διεκδικήσει αυτό που θέλει, αποφάσισε να βυθιστεί στη σύμβαση μια κοινής ζωής χωριστής.
Εκείνος, έχασε τη γυναίκα του, τη ψευδαίσθηση της επιτυχημένης, όλα καλά, ζωής του.
Οι λέξεις είναι πιο φοβερές από τις πράξεις
Ναι, η γυναίκα του ποτέ δεν τον εγκατέλειψε επί του πρακτέου. Κι όμως, ο γράμμα της, οι λέξεις της, που αυτό δήλωναν, που δήλωναν την επιθυμία της, είναι χειρότερο κι από το αν το έκανε. Την πράξη θα την αντιμετώπιζε, με κάποιο τρόπο θα μπορούσε να προχωρήσει κάπου αλλού, δεν έχει σημασία σε ποιο τόπο, θα ήταν κάποιος άλλος τόπος, μια καινούργια ψευδαίσθηση ίσως. Όμως, τη πρόθεση της, την επιθυμία της που δεν εκπληρώνεται, πώς να την αντιμετωπίσει; Πως;
Οι λέξεις είναι πιο φοβερές από τις πράξεις
Ναι, όταν οι λέξεις δηλώνουν, υπόσχονται, κατασκευάζουν ψευδαισθήσεις, αναιρούν; Και όταν οι λέξεις δε συμβαδίζουν με τις πράξεις, δεν είναι τότε η εσχάτη πράξη της προδοσίας;
Επιμένει στην αγάπη που είχε για αυτή. Και αυτή γιατί να μη μπορεί να τη νοιώσει; Μήπως διαφορετικά ορίζουν την αγάπη; Μήπως δεν μπόρεσαν, δε θα μπορούσαν ποτέ να βρουν τους κώδικες επικοινωνίας;
Αδύνατον να μάθω πως σκέφτονται οι γυναίκες
Ησυχάστε, είμαι εδώ, η γυναίκα σας…
Που με εγκατέλειψε
Και επέστρεψε
Και δε θα μου πει ποτέ την αλήθεια. Εσείς, ξέρετε τι σκεφτόταν όταν έφευγε. Πείτε μου!
Ποιος θα του απαντήσει σε αυτή την ερώτηση που με τόση αγωνία, σχεδόν απελπισία θέτει; Πως θα κατανοήσει; Κι έτσι, αυτός συνεχίζει να επιμένει στην αγάπη του για εκείνην. Και εκείνη κλειδωμένη στο δικό της κόσμο, η δικιά του οπτική άλλη, η δικιά της άλλη, δυο διαφορετικοί παραμορφωτικοί φακοί, δύο διαφορετικοί κόσμοι, για τον καθένα τους πραγματικοί. Όχι δεν υπάρχει για αυτούς κοινός τόπος επικοινωνίας. Κυρίως επειδή εκείνη έχει εγκαταλείψει τη πίστη της σε αυτόν. Μπορεί να επέστρεψε, αλλά τον είχε εγκαταλείψει πολύ πριν φύγει.
Πάψε να λες ότι με αγάπησες. Ποτέ σου δε με αγάπησες. Θα μπορούσε να είναι η οποιαδήποτε γυναίκα που μιλάει, φέρεται όπως θέλετε εσείς. Μόνο τον εαυτό σας αγαπήσατε.
Αν είχα πιστέψει ότι με αγαπούσες δε θα επέστρεφα
(Δε θα επέλεγε να τον τιμωρήσει έτσι; Θα έβρισκε λίγη συμπόνια μέσα της;)
Κι έτσι τελικά δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό το ξέρουν και οι δύο. Μπορούν να το αντέξουν;
Εκείνος όχι. Και φεύγει
Ο κύριος δεν επέστρεψε ποτέ
Και αυλαία…
Μια πολύ καλή παράσταση, η κ. Καραγιαννοπούλου αποδεικνύεται μια σκηνοθέτιδα που αξίζει να τη παρακολουθεί κανείς (αν θυμάται κανείς το Honour με τη Μαραγκού καταλαβαίνει τι εννοώ). Η σκηνή όπου οι δύο ηθοποιοί κινούνται ως μαριονέττες, μου άρεσε ιδιαίτερα. Ο κ. Φέρτης και η κ. Σταθακοπούλου είναι εξαίρετοι. Πάντα χαίρομαι να βλέπω ηθοποιούς που έχουν κατακτήσει την ωριμότητα και διατηρήσει το δόσιμο τους στη τέχνη του θεάτρου. Μία από τις παραστάσεις που συστήνω ανεπιφύλακτα για τη φετινή σαιζόν.
Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Γιάννης Φέρτης, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Αγγελική Μαρίνου
Στο Θέατρο Τέχνης
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2007
Μαυροπούλι
Του Ντειβιντ Χάροουερ
Δεκαπέντε χρόνια μετά τη σεξουαλική της αποπλάνηση η Ούνα βλέπει μια φωτογραφία του Ρέυ, τώρα Πήτερ. Το χαμόγελο του στη φωτογραφια, η αίσθηση ότι αυτός τώρα συνεχίζει τη ζωή του, την ωθούν να πάει να τον βρει και να τον αντιμετωπίσει.
- Έχεις ξεχάσει
- Ζω τη ζωή μου, μια καινούργια ζωή επειδή έχασα
- Εγώ εξέτισα τη ποινή, εξέτισα τη δικιά σου ποινή, για δεκαπέντε χρόνια. Έχασα τα πάντα. Εγώ το ξαναζώ κάθε μέρα.
- Δε μπορεί να το σκέφτεσαι κάθε μέρα.
- Δε χρειάζεται να το σκέφτομαι. Είναι εκεί.
Έναυσμα η οργή, με εκείνον που μπορεί και προχωρά; με τον εαυτό της που δε μπορεί να προχωρήσει; με εκείνον γιατί ήταν ο θύτης; με τον εαυτό της που έγινε το θύμα;
Στα δώδεκα της τον ερωτεύτηκε, τον διεκδίκησε. Εκείνος, σαραντάρης, ενήλικας, όφειλε να τη προστατεύσει, όφειλε να προσπεράσει. Είναι ο νόμος. Ήταν άρρωστο, απαίσιο, φρικιαστικό που δε προσπέρασε, που άδραξε την ευκαιρία. Κανένας δεν αμφισβητεί αυτό. Ο Ρευ μετά πάλεψε με τον εαυτό του, να κατανοήσει, να πεισθεί ότι δεν είναι τέρας, ότι δεν είναι ένας από «αυτούς». Φρικαλέα η πράξη του, το ξέρει και πώς να τη δικαιολογήσει. Όχι στους άλλους, στον εαυτό του. Πώς να ζήσει με τον εαυτό του αν είναι όντως ένας από «αυτούς». Ψάχνει στα συμπτώματα, ψάχνει επιχειρήματα που θα δείξουν ότι όχι, μόνο για εκείνη το έκανε, ποτέ δε θα το έκανε με άλλο παιδί. Προσπαθεί να πείσει και την Ούνα, έχει ανάγκη να τη πείσει. Έχει ανάγκη τη κατανόηση της. Τη συγχώρεση της.
Την αγάπησε, κι εκείνη ήξερε πιο πολλά από έρωτα από ότι εκείνος. Ήξερε τι ήθελε.
Τότε, που το ζήσανε. Ηταν και οι δύο ερωτευμένοι. Τη στιγμή που το ζούσαν δεν ήταν φρικαλέο. Όχι. Μετά όμως, μετά ήρθε η συνειδητοποίηση της πράξης, και για τους δύο. Εκείνη συνειδητοποιεί ότι κακοποιήθηκε, ότι την "εκμεταλεύτηκαν"; Εκείνος, ήξερε ότι δεν έπρεπε όταν συνέβαινε, ανίκανος όμως να ακολουθήσει τους νόμους, των ανθρώπων, της δικιάς του ηθικής.
Και όπως γράφει και στο πρόγραμμα, " ένα κομμάτι τους ξέρει και πιστεύει ότι ανάμεσα τους υπήρχε μια σχέση αμοιβαιότητας και καλής πίστης". Είναι όντως έτσι; ή έχουν ανάγκη έτσι να πιστεύουν, γιατί μόνο αν έτσι πιστεύουν μπορούν να επιβιώσουν;
Και τελικά τι ήταν αυτό που της κατέστρεψε τη ζωή;
Η κακοποίηση αυτή κάθε αυτή;
Η αντιμετώπιση μετά από τον περίγυρο;
- Εσύ με έκανες φάντασμα, Οι άνθρωποι μιλούσαν για μένα σαν να μην ήμουν εκεί. Δε με άφηναν να μιλήσω.
Η ερωτική απογοήτευση;
- Με άφησες μόνη. Με άφησες ερωτευμένη.
Η μήπως όλα μαζί;
Το έργο δε δίνει απαντήσεις, ο συγγραφέας όπως διαβάζω και στο πρόγραμμα μπορεί μόνο να καταθέσει αυτή τη μεγάλη αλήθεια:
«Οι άνθρωποι και οι σχέσεις τους είναι πιο περίπλοκοι από τους γραπτούς νόμους που έχουν φτιαχτεί για να ορίσουν τις σχέσεις μεταξύ ζωντανών ανθρώπων»
Και μένει στο καθένα μας να ορίσει, να σκεφτεί, να επαναπροσδιορίσει, να αναλογισθεί, και ίσως, ίσως να αποφασίσει, ότι τελικά πολλά πράγραματα δεν είναι ούτε μαύρα, ούτε άσπρα, και να αντιμετωπίσει το κόσμο "μας" λιγότερα απόλυτα, με λίγο περισσότερη κατανόηση.
Η παράσταση μου άρεσε πολύ και τη συστείνω ανεπιφύλακτα. Εξάλλου ο κ. Καταλειφός είναι από τις μεγάλες μου αδυναμίες, και για την ωριμότητα του ως ηθοποιός και για τις επιλογές του. Μου άρεσε και το σκηνικό, με τα σκουπίδια παντού. Σαν τις σκέψεις μας, τις ιδέες μας, τις προκαταλείψεις μας ένα πράγμα που βρωμίζουν τη ζωή μας. Κάτι από τους Βρικόλακες του Ιψεν ίσως. Ίσως πάλι όχι.
Να κρατήσω μια φράση που χτύπησε κέντρο για να θυμάμαι
Οι μεγάλοι λένε ψέματα. Θέλουν πράγματα από τους άλλους και λένε ψέματα για να πάρουν και, και δεν ξέρουν καν ότι λένε ψέματα. Δεν ξέρουν καν τον εαυτό τους.
Σκηνοθεσία: Βικυ Γεωργιάδου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Καταλειφός, Μαρία Καλλιμάνη, Φαίδρα Χατζηκωνσταντή
Στο Απλό Θέατρο – Νέα Σκηνή
Δεκαπέντε χρόνια μετά τη σεξουαλική της αποπλάνηση η Ούνα βλέπει μια φωτογραφία του Ρέυ, τώρα Πήτερ. Το χαμόγελο του στη φωτογραφια, η αίσθηση ότι αυτός τώρα συνεχίζει τη ζωή του, την ωθούν να πάει να τον βρει και να τον αντιμετωπίσει.
- Έχεις ξεχάσει
- Ζω τη ζωή μου, μια καινούργια ζωή επειδή έχασα
- Εγώ εξέτισα τη ποινή, εξέτισα τη δικιά σου ποινή, για δεκαπέντε χρόνια. Έχασα τα πάντα. Εγώ το ξαναζώ κάθε μέρα.
- Δε μπορεί να το σκέφτεσαι κάθε μέρα.
- Δε χρειάζεται να το σκέφτομαι. Είναι εκεί.
Έναυσμα η οργή, με εκείνον που μπορεί και προχωρά; με τον εαυτό της που δε μπορεί να προχωρήσει; με εκείνον γιατί ήταν ο θύτης; με τον εαυτό της που έγινε το θύμα;
Στα δώδεκα της τον ερωτεύτηκε, τον διεκδίκησε. Εκείνος, σαραντάρης, ενήλικας, όφειλε να τη προστατεύσει, όφειλε να προσπεράσει. Είναι ο νόμος. Ήταν άρρωστο, απαίσιο, φρικιαστικό που δε προσπέρασε, που άδραξε την ευκαιρία. Κανένας δεν αμφισβητεί αυτό. Ο Ρευ μετά πάλεψε με τον εαυτό του, να κατανοήσει, να πεισθεί ότι δεν είναι τέρας, ότι δεν είναι ένας από «αυτούς». Φρικαλέα η πράξη του, το ξέρει και πώς να τη δικαιολογήσει. Όχι στους άλλους, στον εαυτό του. Πώς να ζήσει με τον εαυτό του αν είναι όντως ένας από «αυτούς». Ψάχνει στα συμπτώματα, ψάχνει επιχειρήματα που θα δείξουν ότι όχι, μόνο για εκείνη το έκανε, ποτέ δε θα το έκανε με άλλο παιδί. Προσπαθεί να πείσει και την Ούνα, έχει ανάγκη να τη πείσει. Έχει ανάγκη τη κατανόηση της. Τη συγχώρεση της.
Την αγάπησε, κι εκείνη ήξερε πιο πολλά από έρωτα από ότι εκείνος. Ήξερε τι ήθελε.
Τότε, που το ζήσανε. Ηταν και οι δύο ερωτευμένοι. Τη στιγμή που το ζούσαν δεν ήταν φρικαλέο. Όχι. Μετά όμως, μετά ήρθε η συνειδητοποίηση της πράξης, και για τους δύο. Εκείνη συνειδητοποιεί ότι κακοποιήθηκε, ότι την "εκμεταλεύτηκαν"; Εκείνος, ήξερε ότι δεν έπρεπε όταν συνέβαινε, ανίκανος όμως να ακολουθήσει τους νόμους, των ανθρώπων, της δικιάς του ηθικής.
Και όπως γράφει και στο πρόγραμμα, " ένα κομμάτι τους ξέρει και πιστεύει ότι ανάμεσα τους υπήρχε μια σχέση αμοιβαιότητας και καλής πίστης". Είναι όντως έτσι; ή έχουν ανάγκη έτσι να πιστεύουν, γιατί μόνο αν έτσι πιστεύουν μπορούν να επιβιώσουν;
Και τελικά τι ήταν αυτό που της κατέστρεψε τη ζωή;
Η κακοποίηση αυτή κάθε αυτή;
Η αντιμετώπιση μετά από τον περίγυρο;
- Εσύ με έκανες φάντασμα, Οι άνθρωποι μιλούσαν για μένα σαν να μην ήμουν εκεί. Δε με άφηναν να μιλήσω.
Η ερωτική απογοήτευση;
- Με άφησες μόνη. Με άφησες ερωτευμένη.
Η μήπως όλα μαζί;
Το έργο δε δίνει απαντήσεις, ο συγγραφέας όπως διαβάζω και στο πρόγραμμα μπορεί μόνο να καταθέσει αυτή τη μεγάλη αλήθεια:
«Οι άνθρωποι και οι σχέσεις τους είναι πιο περίπλοκοι από τους γραπτούς νόμους που έχουν φτιαχτεί για να ορίσουν τις σχέσεις μεταξύ ζωντανών ανθρώπων»
Και μένει στο καθένα μας να ορίσει, να σκεφτεί, να επαναπροσδιορίσει, να αναλογισθεί, και ίσως, ίσως να αποφασίσει, ότι τελικά πολλά πράγραματα δεν είναι ούτε μαύρα, ούτε άσπρα, και να αντιμετωπίσει το κόσμο "μας" λιγότερα απόλυτα, με λίγο περισσότερη κατανόηση.
Η παράσταση μου άρεσε πολύ και τη συστείνω ανεπιφύλακτα. Εξάλλου ο κ. Καταλειφός είναι από τις μεγάλες μου αδυναμίες, και για την ωριμότητα του ως ηθοποιός και για τις επιλογές του. Μου άρεσε και το σκηνικό, με τα σκουπίδια παντού. Σαν τις σκέψεις μας, τις ιδέες μας, τις προκαταλείψεις μας ένα πράγμα που βρωμίζουν τη ζωή μας. Κάτι από τους Βρικόλακες του Ιψεν ίσως. Ίσως πάλι όχι.
Να κρατήσω μια φράση που χτύπησε κέντρο για να θυμάμαι
Οι μεγάλοι λένε ψέματα. Θέλουν πράγματα από τους άλλους και λένε ψέματα για να πάρουν και, και δεν ξέρουν καν ότι λένε ψέματα. Δεν ξέρουν καν τον εαυτό τους.
Σκηνοθεσία: Βικυ Γεωργιάδου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Καταλειφός, Μαρία Καλλιμάνη, Φαίδρα Χατζηκωνσταντή
Στο Απλό Θέατρο – Νέα Σκηνή
Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2007
Ερρικός Δ
του Λουίτζι Πιραντέλλο
Για εμπεριστατωμένη ανάλυση και περιγραφή στην Αλεπού (που αλλού;)
Ενας ηθοποιός, στα πολύ νέα του και ερωτευμένα του, υποδυόμενος τον Ερρίκο το Δ' της Γερμανίας, πέφτει από το άλογο και το χτύπημα στο κεφάλι τον κάνει να νομίζει ότι όντως είναι ο Ερρίκος ο Δ'.
"Λένε ότι στο δυνατό έρωτα και στη τρέλλα ενεργοποιούνται οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλλου"
Έκτοτε, και αυτός και οι γύρω του ζουν μέσα στο κόσμο του Ερρίκου. Κάποια στιγμή "ξύπνησε" αλλά είχε πια συνιθίσει να είναι ο Ερρίκος, το έκανε τόσο καλά, συνέχισε, καρφωμένος στα εικοσιέξι χρόνια του Ερρίκου, να ζει εκείνη τη ζωή.
"Μπορεί να είναι οδυνηρή η ιστορία της ζωής μου, αλλά είναι αυτό, ιστορία. Δε μπορεί να αλλάξει"
Και υπόλοιποι, προτιμούν να ζουν εκείνη τη τρέλλα παρά τι; να ζήσουν το πραγματικό άνθρωπο, να βιώσουν την αλήθεια του; Ίσως. Ίσως πάλι, να προτιμούν να ξεφεύγουν από τη δική τους αλήθεια. Όταν μιλούν με τον Ερρίκο ξέρουν ποιός είναι ο ρόλος τους, εύκολο να τον ακολουθήσουν. Διαφορετικά θα έπρεπε να είναι οι εαυτοί τους. Και ποιοι να είναι αυτοί άραγε;
Από όλο το κείμενο όμως εμένα αυτό μου κόλλησε
Γεννήθηκα χωρίς να θέλω. Θα πεθάνω χωρίς να θέλω. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο πράγματα που δε θέλησα μου συμβαίνουν και άπειρα άλλα, που θέλω δε θέλω πρέπει να τα δεχτώ.
Ε, άσε με,
άσε με να θέλω
Ζητάει πολλά; Τα πάντα. Και τίποτα.
Μια παράσταση άκρως εικαστική, καλά παιγμένη από όλους τους ηθοποιούς, ειδικά ο κ. Καραθάνος. Το σημαντικότερο, λάτρεψα το κείμενο.
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος
Παίζουν οι ηθοποιοί: Αλέκα Παίζη, Νίκος Καραθάνος, Ολια Λαζαρίδου, Αιμίλιος Χειλάκης, Γιάννης Βογιατζής, Γιάννης Κότσιφας, Ευγενία Δημητροπουλου, Κοσμάς Φοντούκης, Χάρης Βόρκας, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Δημήτρης Κερεστέτζης, Μανώλης Δουνιας, Θανάσης Ιωάννου, Γιώργος Οικονόμου, Δημήτρης Πακσόγλου, Νικος Καραγκιαούρης, Περικλής Ασημακόπουλος, Χρήστος Θεωδορίδης, Αγγελος Καλινόγλου, Βασίλης Βελούδος, Σπύρος Ανδρεόπουλος, Ντι Νόλι, Λευτέρης Καραπέτσας, Μανώλης Σκιαδάς
Στο Εθνικό Θέατρο - Κοτοπούλη/Ρεξ
Για εμπεριστατωμένη ανάλυση και περιγραφή στην Αλεπού (που αλλού;)
Ενας ηθοποιός, στα πολύ νέα του και ερωτευμένα του, υποδυόμενος τον Ερρίκο το Δ' της Γερμανίας, πέφτει από το άλογο και το χτύπημα στο κεφάλι τον κάνει να νομίζει ότι όντως είναι ο Ερρίκος ο Δ'.
"Λένε ότι στο δυνατό έρωτα και στη τρέλλα ενεργοποιούνται οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλλου"
Έκτοτε, και αυτός και οι γύρω του ζουν μέσα στο κόσμο του Ερρίκου. Κάποια στιγμή "ξύπνησε" αλλά είχε πια συνιθίσει να είναι ο Ερρίκος, το έκανε τόσο καλά, συνέχισε, καρφωμένος στα εικοσιέξι χρόνια του Ερρίκου, να ζει εκείνη τη ζωή.
"Μπορεί να είναι οδυνηρή η ιστορία της ζωής μου, αλλά είναι αυτό, ιστορία. Δε μπορεί να αλλάξει"
Και υπόλοιποι, προτιμούν να ζουν εκείνη τη τρέλλα παρά τι; να ζήσουν το πραγματικό άνθρωπο, να βιώσουν την αλήθεια του; Ίσως. Ίσως πάλι, να προτιμούν να ξεφεύγουν από τη δική τους αλήθεια. Όταν μιλούν με τον Ερρίκο ξέρουν ποιός είναι ο ρόλος τους, εύκολο να τον ακολουθήσουν. Διαφορετικά θα έπρεπε να είναι οι εαυτοί τους. Και ποιοι να είναι αυτοί άραγε;
Από όλο το κείμενο όμως εμένα αυτό μου κόλλησε
Γεννήθηκα χωρίς να θέλω. Θα πεθάνω χωρίς να θέλω. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο πράγματα που δε θέλησα μου συμβαίνουν και άπειρα άλλα, που θέλω δε θέλω πρέπει να τα δεχτώ.
Ε, άσε με,
άσε με να θέλω
Ζητάει πολλά; Τα πάντα. Και τίποτα.
Μια παράσταση άκρως εικαστική, καλά παιγμένη από όλους τους ηθοποιούς, ειδικά ο κ. Καραθάνος. Το σημαντικότερο, λάτρεψα το κείμενο.
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος
Παίζουν οι ηθοποιοί: Αλέκα Παίζη, Νίκος Καραθάνος, Ολια Λαζαρίδου, Αιμίλιος Χειλάκης, Γιάννης Βογιατζής, Γιάννης Κότσιφας, Ευγενία Δημητροπουλου, Κοσμάς Φοντούκης, Χάρης Βόρκας, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Δημήτρης Κερεστέτζης, Μανώλης Δουνιας, Θανάσης Ιωάννου, Γιώργος Οικονόμου, Δημήτρης Πακσόγλου, Νικος Καραγκιαούρης, Περικλής Ασημακόπουλος, Χρήστος Θεωδορίδης, Αγγελος Καλινόγλου, Βασίλης Βελούδος, Σπύρος Ανδρεόπουλος, Ντι Νόλι, Λευτέρης Καραπέτσας, Μανώλης Σκιαδάς
Στο Εθνικό Θέατρο - Κοτοπούλη/Ρεξ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)