Κυριακή, Μαρτίου 01, 2015

Αδύναμη Καρδιά

του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
(ακούγεται και ποίηση του Αλεξάντρ Πούσκιν)
θεατρική προσαρμογή Κερασία Σαμαρά

Στην προ-επαναστατική Ρωσία, ο Βάσια είναι ένας φτωχός υπάλληλος, συγκατοικεί με το φίλο του Αρκάντι, και μόλις έχει αραβωνιαστεί τη Λίζα. Επιπλέον της δουλειάς του, του ανατίθενται και περεταίρω εργασίες (αντιγραφές γιατί έχει χάρισμα στη καλλιγραφία) για τις οποίες αμοιβεται κατά όπως του φανεί του εργοδότη του. (sweet). Τη τελευταία εργασία που του ανατέθηκε τη παραμέλησε, λόγω της αναστάτωσης του και της ενασχόλησης του με την πλέον αραβωνιαστικιά του, οπότε συναντάμε το Βάσια ακριβως στη στιγμή που πλέον δεν έχει αρκετό χρόνο για να ολοκληρώσει την εργασία και μόλις έχει αρραβωνιαστεί με τη Λίζα.
Κανονικά θα έπρεπε να είναι χαρούμενος - μόλις αρραβωνιάστηκε! - αλλά η ανυσηχία του για την εργασία που δε θα ολοκληρώσει και για το μέλλον που θέλει να προσφέρει στην αγαπημένη του τον καταρακώνουν και εν τέλει κάνουν την αδυναμη καρδιά του να λυγίσει.
Ο σύντροφος/συγκάτοικος/φίλος Αρκάντι προσπαθεί να τον στηρίξει και να τον επαναφέρει, η μάλλον, να τον βγάλει απο το μονοπάτι προς τη τρέλα. Προσφέρει λύσεις τις οποίες ο Βάσια διαρκώς αρνείται. Στα λόγια τις δέχεται, στη συνέχεια με τις πράξεις του τις αναιρεί. Σαν ο Βάσια να μη θέλει να σωθεί. Ακριβώς έτσι. Ο Βάσια δε θέλει να σωθεί. Η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη.
Δε υπάρχει η εσώτερη δύναμη, ούτε η ανάγκη, να ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση. Παρακολουθούμε μια αυτοκαστροφική διαδρομή, μια μανία να ΜΗΝ ευτυχίσει. Πιθανότατα, θα ΄θελε να ευτυχίσει. Για ποιό άλλο λόγο να κάνει πρόταση γάμου, να ερωτευτεί, να αναλλαμβάνει επιπλέον εργασίες με στόχο να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση. Αλλά όταν η ευτυχία διαβλέπεται στο βάθος, μια μανία να τη καταστρέψει, να σιγουρέψει ότι δε πρόκειται ποτέ ξανα να φανεί ούτε καν ελπίδα, αφου δε πιστεύει ότι την αξίζει. Δεν έχει λόγο για να μην αξίζει την ευτυχία, κατά τα φαινόμενα είναι αγνός και καλός, αλλά άμα η φτιαξιά σου έτσι είναι, έτσι είναι. Και δε πα να χεις κάποιον δίπλα σου που πασχίζει να σε σώσει, αμα΄δε θέλεις ο ίδιος, δεν. Κάτι μου θυμίζει αυτό.

Πρόκειται για μια άκρως θεατρική παράσταση - με ωραία ατμόσφαιρα και όμορφη μουσική. Μου άφησε μια ωραία αίσθηση - εικόνες να με συντροφεύουν. Η δε κυρία Σαμαρά είναι πολυαγαπημένη ούτως ή άλλως :-)


Σκηνοθεσία: Κερασία Σαμαρά
Παίζουν οι Ηθοποιοί: Αλέξανδρος Νταβρής, Βασίλης Γιακουμάρος, Κελλυ Ανυφαντή, Ζωή Αρβανιτάκη, Κερασία Σαμαρά
Φιλική Συμμετοχή (μαγνητοσκοπημένη): Γρηγόρης Βαλτινός
Μουσική: Τάκης Μαρμπέρης

Στο θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος


Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2015

Εγώ, η Μάρθα Φρόϋντ

της Γιούλης Ζήκου
βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου

Πως είναι να είσαι γυναίκα ενός διάσημου άντρα, καταδικασμένη για πάντα στη σκιά του; Πως είναι να είσαι γυναίκα ενός άντρα που μελετά τα πάθη της ψυχής, αναλύει, βυθίζεται στις ψυχές όλων των άλλων γυναικών εκτός απο τη δική σου; Πως είναι να είσαι βαθιά ερωτευμένη μαζί του (και κατα τα φαινόμενα και αυτός μαζί σου), και αυτός ο έρωτας να σου στερεί όλα τα άλλα, την προσωπική σου αυτοεκπλήρωση ως μονάδα και όχι ως μέρος του οικογενειακού συνόλου; Σταθερή και απελπιστικά υγιής ώστε να του προσφέρεις αυτό που χρειάζεται, να τον στηρίζεις, να δημιουργείς το περιβάλλον που θα του επιτρέψει να αναλύσει τις ψυχές των άλλων, να γίνει σπουδαίος και εν τέλει αυτό ακριβώς να είναι η προδοσία του;  Καταδικασμένη να υπηρετήσεις την αγάπη που αισθάνεσαι και αυτο ακριβώς να σου στερήσει αυτό που χρειάζεσαι; Τετελεσμένο γεγονός η επερχόμενη προδοσία από τη πρώτη στιγμή που σε ερωτεύτηκε και τον ερωτεύτηκες.

Ο Έρωτας ή θα είναι ακραίος ή δε θα είναι

Ίσως. Μάλλον. Σίγουρα ναι.
Ναι, έτσι είναι. Αυτός ο μικρός φτερωτός αγγελικός γλυκός θεός με τα μαγεμένα βέλη είναι αδυσώπητος. Κυριευτικός. Για κάποιους τυχερούς (;) κρατάει για πάντα αυτή κολώνια. Δε ξεθυμαίνει ποτέ. Και όταν ο κυριευτικός έρωτας προστάζει ο κυριευόμενος υπακούει. Αν δεν ήσουν αυτό που ήσουν δε θα αφιερωνόταν σε αυτο που αφιερώθηκε. Αν δε σε αγαπούσε δε θα προσπαθούσε τόσο να είναι άξιος για σένα. Αν δεν τον αγαπούσες τόσο δε θα ήσουν τόσο μα τόσο απελπιστικά υγιής.

Και μένει το παράπονο που δεν αποκαλύφθηκες, που δεν ήρθες σε επαφή με τη σκοτεινή σου πλευρά. (εγω να πω την αμαρτία μου αυτό θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα - αν και τώρα που το καλοσκέφτομαι κάποτε ένας έρωτας με κρατούσε μακριά απο την σκοτεινή μου πλευρά και εγώ το χτυπημένο τον ξεφορτώθηκα - ασυνείδητη ανάγκη να ξαναεπανενωθώ με τη σκοτεινή πλευρά, οπότε καλύτερα να το βουλώνω)
Αλλα το τίμημα δεν ήταν τίμημα τελικά γιατί το αντιστάθισμα ήταν ακριβώς αυτός ο έρωτας.

(αχ αχ αχ αχ γυναίκες ποτε ευχαριστημένες θα μου πειτε - και άντρες θα απαντήσω - εεεε, άνθρωποι γενικώς και ολοκληρωτικώς :-) τη ψυχανάλυση μου και τις σκοτεινές πλευρές μας μέσα )

στο Θέατρο Τέσσερις Εποχές
Θεατρική Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιούλη Ζήκου
Παίζουν οι Ηθοποιοί: Γιούλη Ζήκου, Πέτρος Αποστολόπουλος, Γιάννης Ζαραφωνίτης, Μύρια Δημητροπούλου
Ακούγονται οι φωνές των: Φαίη Κοκκινινοπούλου, Ηλιάνα Παναγιωτούνη, Πέτρος Αποστολόπουλος, Γίαννης Μόρτζος




Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2015

Αδελφοί Καραμάζοφ – Η εμπειρία μιας συνάντησης

σκηνική σύνθεση του Ηλία Κουνέλα βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι Αδερφοί Καραμάζοφ.

Είπαμε με τη κουμπάρα να πάμε μαζί Θέατρο. Διάλεξε ότι θες εσυ, λέω. Εγω όταν διαλέγω οι πιθανότητες για φόλα εκτοξεύονται. (Άσε που δε θα χω και το άγχος αν θα της αρέσει. Οπότε την άφησα να διαλέξει - χιχιιχιχιχιχι σατανικό). Κάθησε λοιπον η καλή μου, το μελέτησε, μου λέει αυτό. Δεν είχα ακούσει για τη παράσταση. Ωχ λέω. Ντοστογιέφσκι: είχαμε μια περαστική επαφή στη μεταεφηβία, αιώνες πριν και κατα συνέπεια δε θυμόμαστε τίποτα, Αδερφούς Καραμάζοφ ούτε που τους είχα ακούσει. Αδιάβαστη τελείως, μέσα σε δυο ώρες δε προλαβαίνεις βέβαια κοριτσάκι, οπότε ένα γρήγορο γκουγκλάρισμα τουλάxιστον να ξέρω πανω κάτω τι πραγματεύεται και of you go my dear.

Η ιδέα ήτανε να διαβάσουν μαζί φωναχτά το μυθιστόρημα, να ακούσεις την ανάγνωση του άλλου. Μου άρεσε αυτό. Πολύ. Και μόνο σαν λειτουργία το ζήλεψα. Θα θελα να μαι κρυμμένη σε μια γωνιά και να ακούω τις "αναγνώσεις" άλλων ανθρώπων. Χωρίς να μου εξηγούν. Μόνο απο το τόνο της φωνής, τη γλώσσα του σώματος να διαισθάνομαι τη ματια τους. Οπως ζωή. Που προσπαθείς χωρίς να σου εξηγήσουν να διαισθανθείς το κόσμο μέσα απο τα μάτια ενός άλλου.
Μου άρεσε και η άλλη προσθήκη, να το διαβάσεις, αναγνώσεις, υπερασπιζόμενος έναν χαρακτήρα του μυθιστορήματος. Ακόμη και αν εσύ δεν είσαι τίποτα σαν κι αυτόν. Ειδικά αν δεν είσαι τίποτα σαν κι αυτόν. Αυτή ιδιαίτερα η προσθήκη με συνεπήρε, και θέλω να βουτυχτώ σε αγαπημένα βιβλία, διαβάζοντας τα υπερασπιζόμενη τον πιο αντιπαθή χαρακτήρα, ή τον πιο διαφορετικό χαρακτήρα απο μένα. Έτσι, για να μη ξεχνώ ότι καθένας μας είναι διαφορετικός αλλά ίδιος.

Κατ' αρχήν θεωρώ ότι αν είχα γνώση του βιβλίου θα το είχα ευχαριστηθεί περισσότερο. Θα μπορούσα να μπω κι εγω μέσα στα ταξίδια της σκέψης τους και να "νοιώσω". Θα είχα μια υποψία. Με τους ηθοποιούς είμαστε διαφορετικές γενιές, με αρκετά περισσότερα χρόνια και εμπειρίες να με "βαραίνουν". μάλλον κάποια ερωτήματα τους, όχι τα έχω απαντήσει, γιατι δεν απαντιούνται τελικά αυτά τα ερωτήματα, αλλά τα έχω προσπεράσει. Δεν είναι σημαντικά πλέον για μένα. Κάποιες ερωτήσεις πλέον δεν έχω ανάγκη να τις κάνω. Υπάρχει Θεός; Αθανασία; Είμαστε ελεύθεροι;  Ίσως για αυτό πλέον το θέατρο να μη με αγγίζει όσο με άγγιζε παλιότερα. (Και τι τυχαίο (;) να με αγγίζουν παραστάσεις πιο ώριμων ηθοποιών. Να με αγγίζουν ιστορίες.) Φαντάσου η ζωή σου να ήταν μυθιστόρημα λένε, απο που θα πιανες να τη πεις; Δεν είναι μυθιστόρημα καταλήγει ο ηθοποιός. Όχι, όχι διαφωνώ παιδια, διαφωνώ κάθετα. Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι μυθιστόρημα. Δεν έχω γνωρίσει άνθρωπο που η ιστορία του δεν αξίζει να ειπωθεί. Απλά δεν υπάρχει κανείς να τη πει έτσι μαστόρικα που να τη τιμήσει όπως της πρέπει. Αγαπω τα παιδια λέει ο Ιβαν. Όχι τους μεγάλους που τους βαραίνει η ευθύνη. Τα παιδια δεν έχουν ευθύνη. Αχ παδια κι εδω θα διαφωνήσω. Μπορεί να έχουν ευθύνη οι μεγάλοι. Έχουμε ευθύνη. Επιλέγουμε. Σαφέστατα μας βαραίνει η ευθύνη των επιλογών μας αλλα πως να το εξηγησω, είμαστε συγχρόνως και ένοχοι και αθώοι.  Μάλλον πρέπει να φτάσεις στα σαρανταφεύγα για να το νοιώσεις αυτό.

Όσο για τη παράσταση, είχε τις στιγμές της. Κάποιες ιδιαίτερα μαγικές. Το κερί το φυλακισμένο. Το τραγούδι της Μαρίνας. Και άλλες πολλές. Έχω την αίσθηση ότι οι πρόβες, στη συγκεκριμένη παράσταση, είδικα οι πρώτες αναγνώσεις, είναι μικρα αριστουργήματα θεάτρου που δε μπορεί να ξαναεπαναληφθεί. Αυτή είναι και η μαγεία του θεάτρου. Το εφήμερο. Το να έχεις τη τύχη να είσαι κοινωνός σε αυτό το εφήμερο. Χθες βράδυ, πήρα μια μυρωδιά από αυτό το εφήμερο. Και μου άρεσε.

στο Μερόππειον
Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Ηλίας Κουνέλας
Παίζουν οι Ηθοποιοί: Στέλιος Ανδρονίκου, Ηλίας Κουνέλας, Κλεοπάτρα Μάρκου, Βασίλης Σαφός, Μαρίνα Συμεού


Και αυτο επίσης μου άρεσε. Η παράσταση παίζεται σε ένα ιστορικό κτήριο. Το Μερόππειον. Το Μερόπειο Φιλανθρωπικό Ιδρυμα ιδρύθηκε το 1914 από την Άννα Θεοδωροπούλου και έναν όμιλο επωνύμων Αθηναίων κυριών στη μνήμη της μικρής κόρης της Μερόπης, η οποία έφυγε από την ζωή σε ηλικία 11 ετών. 

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 29, 2014

Ο Γάμος

της Βάσας Σολωμού-Ξανθάκη

Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, μια γυναίκα αφηγείται τη ζωή της και μαζί τη ζωή χιλιάδων άλλων γυναικών που έζησαν στην ελληνική επαρχία πριν από κάποιες δεκαετίες.

Η κα Βαγενά στο τέλος της παράστασης αναφέρει ότι για αυτήν, η συγκεκριμένη παράσταση αποτελεί φόρο τιμής στην ελληνίδα γυναίκα της επαρχίας, στην ηρωίδα αυτή γυναίκα στην οποία οφείλουμε την ύπαρξη μας, αφού όλοι μας έχουμε κάπου, κάποια ρίζα. Και είναι αλήθεια, τα δείνα και οι δυσκολίες αξίζουν μνημόνευσης και το γεγονός ότι αυτές οι γυναίκες μας ανέθρεψαν και τα καταφεραν είναι από μόνο του ηρωικο. Η ιστορία του Λενάκι αγγίζει χορδές του ψυχισμού μας ούτως ή άλλως γιατί είναι η ιστορία του τόπου μας.

Εμένα όμως άλλο με συγκλόνισε. Η ιστορία αυτή καθε αυτή είναι συγκλονιστική από μόνη της. Όμως δεν είναι συγκλονιστική κάθε ιστορία ανθρώπου που παλεύει με τα κύματα της ζωής και συνεχίζει να ζει;  Και η δική μου. (Ίσως όχι τόοοοσο συγκλονιστική αλλά και πάλι όπως έλεγε μια αγαπημένη μου θεία που πιά δε ζεί, καθενός τα προβλήματα είναι σημαντικά για αυτόν. Σημασία έχει πως τα αντιμετωπίζεις.) Το συγκλονιστικό στην ιστορία του Λενάκι είναι το πως αντιμετωπίζει όλα αυτά που η ζωή έριξε πάνω της.
Το Λενάκι δίνει μαθήματα ζωής, μαθήματα δύναμης, επιμένει, όχι ελπίζοντας μάταια και ευχόμενη, αλλά παλεύοντας, παίρνοντας κάθε λύπη και δυσκολία για αυτό που είναι και ζώντας τη, με την αλήθεια της, όποια κι αν είναι αυτη. Για το Λενάκι η αλήθεια της είναι αυτά τα λίγα που πρόλαβε να μάθει απο τη μητέρα της, να μη δίνει δικαίωμα, να κάνει το σωστό, και να συνεχίζει. Χωρίς μοιρολατρεία. Ναι θα θελε να είναι αλλιώς, νοιώθει πως υπάρχει μια αδικία, εύχεται για κάτι άλλο, αλλά δεν είναι αυτή η πρωταρχική σκέψη. Αυτό που μου έδειχνε είναι ότι συνεχίζουμε. Προχωράμε. Κάποια στιγμή η ζωή της δείχνει λίγο φως και είναι ευτυχισμένη μέσα σε δυσκολίες που συνεχίζουν. Και μετα η ζωή τη ξαναβάζει στο σκοτάδι και αυτή συνεχίζει να ζεί όπως της επιτάσει η αλήθεια της. Και κάποια στιγμή η αλήθεια της, την οδηγεί να βγεί ξανα απο το σκοτάδι, να βρει τη δύναμη να κάνει αυτό που θα τη βγάλει απο το σκοτάδι. Και τα καταφέρνει. Και πάλι δε πρόκειται για επανάσταση ή κάποια ανακάλυψη εαυτού ή κάτι πομπώδες, είναι απλά η αλήθεια της και το γεγονός ότι συνεχίζει να ζει βάση αυτής της αλήθειας είναι αυτό που τη φέρνει στο φως. Τι πιο αισοδοξο και ελπιδοφόρο εν τέλει απο αυτό;

"Ο κόσμος αλλάζει. Ο κόπος μια φορά δε πάει χαμένος. Να πασχίζει κανείς να γίνεται καλύτερος, κι ολοένα καλύτερος."

Εδώ η δύναμη. Εδώ και η ψυχή. Ευχαριστώ κα Βαγενά που μου θυμίσατε τι μπορώ να είμαι κι ας επιλέγω να μην είμαι.

Όσο για την απόδοση του κειμένου, τι να πω. Παρακολούθησα τη κα Βαγενά να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μου κάθε στιγμή του, να μεταμορφώνεται στα διάφορα πρόσωπα, να με παίρνει μαζί της σε ένα ταξίδι και εγω να χάνομαι μέσα σε αυτή την ιστορία, να γεμίζει τη σκηνή μονάχη της και εγώ να γεμίζω με συναισθήματα και σκέψεις. Της είμαι υπόχρεη που μου χάρησε μια υπέροχη θεατρική εμπειρία, που τόσο την είχα ανάγκη.

Ξανά ευχαριστώ.

στο Θέατρο Μεταξουργείο
Σκηνοθεσία: Αννα Βαγενά
Παιζει η ηθοποιός: Άννα Βαγενά

Κυριακή, Νοεμβρίου 16, 2014

Αυγά Μαύρα

του Διονύση Χαριτόπουλου

ΜΗΝ ΤΟ ΧΑΣΕΤΕ

Αυτή είναι μια παράσταση που θα μείνει μαζί μου. Θα με ακολουθεί. Θα με συντροφεύει. Είναι τρεις μέρες που την είδα. Κάθε μέρα μου λέει κάτι καινούργιο. Σε ανύπτοτη στιγμή της μέρας, έρχεται μια σκηνή και μου αποκαλύπτει κάτι. Δεν κατασταλάζει μέσα μου κάτι συγκεκριμένο. Δε μπορώ να τη προσδιορίσω. Ξέρω μόνο ότι όταν την παρακολουθούσα γέμιζα απο συναισθήματα, απο απροσδιόριστα συναισθήματα και με επηρέαζε σε επίπεδα του είναι μου που ούτε ήξερα ότι υπήρχαν. Μπήκε μέσα μου για να παραμείνει. Με λίγες παραστάσεις μου έχει συμβεί αυτό.

Δύο αδέρφια, που τώρα είναι μεσήλικες, αναβιώνουν και προσπαθούν να ξορκίσουν, να κατανοήσουν, να εξηγήσουν, να συγχωρέσουν, να δε ξέρω τι άλλο αυτα που έζησαν όταν ήταν παιδια κατα τη διάρκεια του εμφυλίου. Θα μπορούσαν να είναι οποιαδήποτε παιδια που έτυχε να είναι παιδια σε καιρό πολέμου. Που ως παιδια δεν είχαν λόγο, δε διάλεξαν στρατόπεδα, δεν επέλεξαν να ζήσουν αυτό που ζήσαν. Δεν επέλεξαν να δουν αυτα που είδαν. Και ότι έξησαν, ότι είδαν, είναι κομμάτι του εαυτού τους, ένα κομμάτι που δε διάλεξαν, αλλα που δε μπορουν, δε θέλουν να αποποιηθούν. Γιατί τότε τι θα μείνει. Πασχίζουν να το κατανοήσουν αλλα πως να κατανοήσεις το ακατανόητο; Και πως να αρνηθείς το γονιό σου που κομμάτι σου είναι; Ποιος θα είσαι εσύ μετά; Και γιατι να τον αρνηθείς; Μήπως το άλλο στρατόπεδο ήταν πιο κατανοητο; πιο θεμιτό; Σε όποιο και αν είχες τύχει να γεννηθείς πάλι τα ίδια θα είχες ζήσει. Πάλι παιδί θα ήσουνα, που δε διάλεξε δεν ήξερε. Απλά βίωνε. Το ακατανόητο. Πως άνθρωπος πληγώνει άνθρωπο. Κι εγω ποτέ μου δε θα μπορέσω να καταλάβω πως μπορεί άνθρωπος να πληγώνει άνθρωπο. Μόνο που εγω ήμουν τυχερή και δεν βίωσα μέσα στο πετσί μου τόσο βίαια αυτη τη πραγματικότητα του κόσμου μας. Και ενω υπάρχει γύρω μου, υπόγεια, ή κάπου μακριά, ωστε μπορώ ως άλλη στρουθοκάμηλος να ξεχνιέμαι και να υποκρίνομαι ότι δε συμβαίνει, αυτά τα παιδια το βίωσαν για χρόνια. Και συνεχίζουν να το βιώνουν προσπαθώντας να το ξορκίσουν, να ζήσουν χωρίς να είναι συνέχεια μέσα τους. Ανεπιτυχώς. Σε μια αέναη πάλη να πείσουν το εαυτό τους ότι ήταν και αυτά κάποτε παιδια, αθωα παιδια. Και να συγχωρέσουν το εαυτό τους που επέζησαν όταν άλλοι δεν επέζησαν. Βαρυ το φορτίο που τους βάλανε στη πλάτη. Και ας ήταν όντως παιδια, και δε φταίξανε σε τίποτα. Αλλα που να χωρέσει η λογική σε παράλογα πράγματα. Και πως να μπορέσω εγω η τυχερή, η καλοζωισμένη, η στρουθοκάμηλος, να διαπραγματευτώ ότι όσο υπάρχεουμε ως άνθρωποι, ο άνθρωπος θα πληγώνει άνθρωπο;

Στη Θεατρική σκηνή
Σκηνοθεσία: Αντώνης Αντωνίου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Αντώνης Αντωνίου, Νατάσα Ασίκη




Σάββατο, Νοεμβρίου 08, 2014

Η εκδοχή του Μπράουνινγκ

του Τέρενς Ράττιγκαν

Ένας καθηγητής που φεύγει απο το σχολείο κάπως πρόωρα λόγω προβλημάτων υγείας να πάει σε μια "χαμηλότερη" θέση.  Κάποτε ήταν ένας πολλα υποσχόμενος νέος, με προσόντα και βραβεία και πιθανότητες. Η γυναίκα του καθηγητή που άλλα περίμενε απο τη ζωή της, πιο μεγάλα και σπουδαία. Αυτή νοιώθει αδικημένη και με όλο της το είναι δείχνει στον άντρα της πόσο ασήμαντος είναι. Αυτός, δε χρειάζεται τη γυναίκα του να του το δείξει, το νοιώθει απο μόνος του, αισθάνεται αποτυχημένος, και ας μην είναι για τη δική μου ταπεινή άποψη, τα λόγια του μαθητή του λένε άλλα, αλλά αυτός έτσι αίσθανεται, έτσι φέρετε, έτσι τον μεταχειρίζονται οι γύρω του. Και με άλοθι αυτη την αποτυχία επιτρέπει στον εαυτό του να μη διεκδικεί τίποτα από όλα αυτα που ανήκουν δικιαωματικά σε κάθε άνθρωπο, αυτά που εκπορεύονγται απλά και μόνο απο την ανθρώπινη ιδιότητα. Να επιλέγεις να ζεις μέσα στη μιζέρια, όχι την εξωτερική, την εσωτερική. Και να συνεχίζεις αυτό να επιλέγεις. Και όταν ένα μικρό φως διαφένεται, να επιλέγεις, ή μάλλον να αποζητάς να σου το σβήσουν βάναυσα. Και συνεχίζουμε.

Κάτι δε πάει καλά. Βλέπω μια πολύ καλη παρασταση, βυθίζομαι μέσα της, διάφορα αισθήματα διαδέχονται το ένα το άλλο, και όταν τελειώνει, ένα μουδιασμα. Κάτι μου λείπει, η λύτρωση μάλλον, αν και δεν είμαι σίγουρη. Σου άρεσε; δε ξέρω, ναι, ΝΑΙ. Κάτι δε μου πάει όμως.
Θυμήθηκα τον καυτό πάγο και το σχολιασμό της συγγραφέως του για την απαραίτητη λύτρωση για το θεατη. Ηθελα happy end, ήθελα μια λύση, λίγο φως, κάτι. Μιζερη ζωή ζω κι εγω, ταυτίστηκα απόλυτα, no problemo there. Αλλα αυτό το γμν το φως που είναι; Μη το σβήνεις. Στη πραγματική ζωή το σβήνουμε συνεχώς. Αστο λίγο πάνω στη σκηνή. Αβολα. Αυτό είναι το κυρίαρχο συναίσθημα. Άβολα. Έρχομαι κατάμουτρα με τη πραγματικότητα και της δικής μου ζωής, και μετα τί; τίποτα, μια απο τα ίδια, συνεχίζουμε.

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Παίζουν οι ηθοποιοί: Κυριακος Ψύχαλης, Κωνσταντίνος Γώγουλος, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Δημήτρης Καταλειφός, Βύρων Σεραιδάρης, Ντένης Μακρής, Σωτηρία Ρούβολη.

Στο θέατρο Εμπορικόν

Δευτέρα, Νοεμβρίου 03, 2014

Αβελάρδος και Ελοϊζα

του Γιάννη Καλαβριανού

"αχ! τι ευτυχία! όταν οι ψυχές έλκουν η μία την άλλη"

και πως να δεις μια παράσταση με κεντρικο θέμα τον έρωτα, όταν δεν είσαι ερωτευμένος;
Κάτι θυμάσαι, κάπου κάποτε το έζησες, ή μήπως όχι; ναι το ξέρεις ότι το έζησες, το ξέρεις ότι κάπου κάποτε και συ ήσουν φωτιά, κάτι σου έρχεται αλλά φαντάζει τόσο μα τόσο μακρινό, σαν να το έζησε κάποια άλλη, κάπου κάποτε.

Το ολοκληρωτικό δώσιμο, το να είναι ο κόσμος σου ο άλλος μόνο και τίποτα άλλο να μη σε νοιάζει, το να θυσιάζεσαι χωρίς πραγματικά να θυσιάζεσαι, η θυσία προυποθέτει επιλογή, επιλέγεις να θυσιαστείς αντί να σωθείς, αλλα στον έρωτα δεν έχεις άλλη επιλογή από το να κάνεις αυτό που προστάζει ο έρωτας σου και ας χαθείς. Οχι δε χάνεσαι, γιατι μονο μέσα στον έρωτα σου μπορείς πλέον να υπάρχεις και να βρίσκεσαι. Χαμένος είσαι αν δε θυσιαστείς. Ναι όλα αυτα ξέρω ότι υπάρχουν και ότι οι άνθρωποι, τα νοιωσαν, τα νοιώθουν και θα τα νοιώθουν, κι ας φαίνονται λίγο ξένα τωρα. Και ναι είναι αλήθεια, τίποτα άλλο δε δίνει ευτυχία όπως ο Έρωτας (προσέξτε με κεφαλαίο, πως αλλιως;) τίποτα άλλο δεν έχει τέτοια ένταση συναισθημάτων, δε σε φέρνει με τόσο βίαιο τρόπο αντιμέτωπο με το μέσα μου, τίποτα άλλο δε σε κάνει να νοιώθεις τόσο ζωντανός, ανεξάρτητα αν φέρνει αναπόφευκτα πόνο, και νομίζεις ότι δε θα μπορέσεις ξανα να ανασάνεις χωρίς κάθε ανάσα να ναι μαχαιρια. Η αγάπη, η αγάπη που αισθανόμαστε για όλους πλην των εραστών, δίνει ευτυχία ήρεμη, καταπραυντική, γλυκια, ήπια. Στην αγάπη κατοικείς εύκολα, δε μεταναστεύεις. Ο Έρωτας όμως (και συνεχίζει με κεφαλαίο όσο οι μνήμες μου ζωντανεύουν) δίνει και ευτυχία και δυστυχία και ζωή, ολα μαζί συγχρόνως. Οι στιγμές που με εφτιαξαν νομίζω ανοίκουν οι περισσότερες στον Έρωτα. Μάλλον έτσι είναι για τους περισσότερους ανθρωπους, δε μπορω να ξέρω.

Το έργο το εμπνεύστηκε ο συγγραφέας όταν σε μια επίσκεψη του στο Παρίσι είδε το τάφο του Αβελάρδου και της Ελοίζας και παρακινήθηκε να ψάξει για την ιστορία τους. Καλύτερα να μη τη πω. Καλύτερα να δει κανείς τη παράσταση χωρίς να ξέρει την ιστορία. Αν όμως δε πάτε να δείτε τη παράσταση, διαβάστε την, γιατι είναι πράγματι δυνατή.

Σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Παίζουν οι ηθοποιοι: Γιώργος Γλάστρας, Ελένη Κοκκίδου, Χριστίνα Μαξούρη




Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29, 2010

Το Μικρόβιο του Έρωτα


YUPIII!!!!!! (ελληνιστί ΓΙΟΥΠΙΙΙ!!!!!)
και ναι, η ζωή είναι απλή και ωραία!


Πήγα με μισή καρδιά. Η όπερα και η οπερέτα δε με χαλάνε, αλλά σπάνια είναι πρώτες επιλογές. Ειδικά η οπερέτα. Αλλά Κέντρος και Μάνια Παπαδημητρίου, δεν υπήρχε περίπτωση να μη πάω. Παρακολουθώ πιστά και τους δυό τους, οπότε, δεν υπήρχε περίπτωση. Και ευτυχώς. Όχι εξαιτίας τους, που ούτως ή άλλως ήταν εξαιρετικοί και για άλλη μια φορά δικαίωσαν την αγάπη που τους έχω. Όχι. Για τη παράσταση. Για το όλο θέαμα. Κατάλαβα γιατί η βιομηχανία του Χόλυγουντ αναπτύχθηκε μετά το κραχ στην Αμερική. Το κατάλαβα με το πετσί μου και με όλο μου το είναι.
Μέσα σε όλη αυτήν την μιζέρια, την απαισιοδοξία, τη μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, επιτέλους το μυαλό ξέφυγε και θυμήθηκε. Και έζησα για τρεις ώρες, πλούσια κουστούμια και σκηνικά, ρομαντικές μελωδίες, ομορφιά, elegance, η σκηνή να γεμίζει από ηθοποιούς, τραγουδιστές, χορευτές, ο χώρος από τα χορωδιακά και τις μουσικές της ορχήστρας, εικόνες μιας άλλης εποχής και κυρίως το άρωμα, η φρεσκάδα της, η ατμόσφαιρά της. Και μια γλυκιά ελαφράδα, κι ας αναφέρεται σε εποχές δύσκολες, καταστροφή Σμύρνης, Χίτλερ, φτώχεια μεσοπολέμου. Μέσα σε εκείνη τη μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, τόση ουσία, μουσική και έρωτας, αξιοπρέπεια και δημιουργία. Αλάφρωσα. Ξαλάφρωσα. Κι αφέθηκα. Κι έφυγα σιγοτραγουδώντας. Λίγα λουλούδια αν θέλεις φέρε μου...

Το έργο δεν είναι η οπερέτα του Γιαννίδη/Κωνσταντινίδη/Dorres. Δανείζεται το τίτλο της πρώτης οπερέτας που έγραψε στο Βερολίνο και μας ταξιδεύει στη ζωή του. Και στα τραγούδια του. Γεννήθηκε ως Γιάννης Κωνσταντινίδης στη Σμύρνη σε εύπορη οικογένεια. Στη Σμύρνη των 40 θεάτρων! Το πιστεύετε αυτό; Σαράντα! Λίγο πριν τη Μικρασιατική καταστροφή πήγε στο Βερολίνο για μουσικές σπουδές. Λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής αναγκάστηκε να εργαστεί σε καμπαρέ και στο βουβό κινηματογράφο. Παρέα με τον Σκαλκώτα (!) και μαθητής ενός νέου συνθέτη που μόλις είχε αρχίσει να αναγνωρίζεται, του Βάιλ (!). Εκεί, επειδή το όνομα του ήταν δυσκολοπροφόρετο, το έκανε Costa Dorres. Το 31, λόγω της ανόδου του φασισμού στη Γερμανία, αποφάσισε να επιστρέψει στην Αθήνα. Και για δεύτερη φορά τα χάνει όλα και πρέπει να ξαναρχίσει από την αρχή. Δικτυώνεται στα μουσικά θέατρα της Αθήνας, αλλά επειδή υπάρχει ήδη ένας γνωστός συνθέτης με το όνομα Κωνσταντινίδης, μετονομάζεται σε Κώστας Γιαννίδης. Παράλληλα με το "ελαφρό" τραγούδι ασχολείται και με τη μελέτη της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής και συνθέτει κλασσική μουσική εμπνευσμένη από αυτήν. Πέθανε το 1984, πλήρης ημερών, μια μέρα πριν τον Τσιτσάνη. Στη κηδεία του Τσιτσάνη λαϊκό προσκύνημα. Στη δική του μόνο δώδεκα άτομα και παντελής απουσία της πολιτείας. Δεν πειράζει. Η ζωή εκτός από απλή και ωραία, είναι και άδικη, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί όπως λέει και ο ίδιος στο έργο
Ο κύριος Γιάννης Κωνσταντινίδης, Κώστας Γιαννίδης, Costa Dorres έζησε με αξιοπρέπεια, καλά και διακριτικά. Αγάπησε τη Ζωή, σεβάστηκε τη Μνήμη και τίμησε την Ηδονή. Γι' αυτό κι έφυγε πλήρης και μπήκε στο θάνατο με μάτια ανοιχτά.

Μπροστά σε αυτό σιωπώ. Και σας αφήνω με μια διασκευή ενός τραγουδιού που πολύ αγαπάμε κι εγώ και ο γιός μου εδώ.

Μουσική: Κώστας Γιαννίδης
Ιστορική, μουσική έρευνα-Κείμενο- Διασκευή κειμένων: Λάμπρος Λιάβας
Λοιποί Συντελεστές εδώ



Δευτέρα, Δεκεμβρίου 27, 2010

Κρυφά Απογεύματα

του Δημήτρη Μωραϊτη

Αφορμή του έργου ένα φρικιαστικό γεγονός. Το 2005 δύο Ιρανοί έφηβοι, εκτελέστηκαν δημόσια, δια απαγχονισμού, με τη κατηγορία του βιασμού ενός 13χρονου. Πιθανότατα ο βιασμός ήταν μια φτιαχτή κατηγορία, και τα δύο παιδιά ουσιαστικά εκτελέστηκαν επειδή ήταν ομοφυλόφιλοι.

Δύο νέοι άνδρες, γνωρίζονται τυχαία, ερωτεύονται. Για κακή τους τύχη είναι Ιρανοί, και ο έρωτας τους δε μπορεί να είναι παρά μια σειρά από κρυφές συναντήσεις, σε μια αποθήκη, τα κρυφά τους απογεύματα.
Ο Μαχμούντ, απόλυτα συνειδητοποιημένος για το ποιός είναι, πως είναι φτιαγμένος, τι θέλει. Βλέπει πως είναι η ζωή αλλού, δε πιστεύει ότι αυτό που κάνει είναι κακό, θέλει να φύγει, να μπορέσει να ζήσει όπως του ταιριάζει. Ελεύθερος. Πιστός στον εαυτό του. Και στον Θεό, όπως αυτός τον πιστεύει.
- Δε κάνουμε τίποτα κακό.
- Τότε γιατί κρυβόμαστε;
Ο Τζιλάλ, κομμάτι της κοινωνίας που τον έθρεψε, ορίζει το σωστό με βάση τους νόμους, φορές επιτίθεται στον Μαχμούντ που με την ύπαρξη του του γεννάει επιθυμία, και τον κάνει να παραβαίνει τους κανόνες. Θέλει να κάνει αυτό που περιμένουν οι άλλοι, οι γονείς, η κοινωνία. Να μη πληγώσει. Πιστός στο καθήκον. Και στον Θεό, όπως του τον δίδαξαν.

Κάποια στιγμή θα βρεί τη δύναμη και θα αντισταθεί στη φύση του, να παντρευτεί, να μπορέσει να πάει στη θάλασσα, ανταμοιβή μιας "φυσιολογικότητας".

Ο Μαχμούντ πάλι όχι, κι έτσι αναπόφευκτα, θα έρθει η στιγμή της ανακάλυψης, και η τιμωρία. Δημόσια εκτέλεση.

Για μας στη Δύση, που το συγκεκριμένο ερώτημα το έχουμε απαντήσει προ πολλού, είναι εύκολο να δούμε το δίκιο που έχει ο Μαχμούντ, και δε μπορούμε παρά να σοκαριστούμε από το κατατρεγμό και τη δολοφονία κάποιου, μόνο και μόνο επειδή είναι ομοφυλόφιλος.
Για κάποιον όμως που έχει μεγαλώσει αλλιώς; για κάποιον σαν τον Τζιλάλ, που με φυσικότητα λέει ότι αφού εκείνη η γυναίκα απάτησε τον άντρα της καλώς λιθοβολήθηκε;

Και αν έρθω στη δική μου κοινωνία, έχω και εδώ νόμους. Ποιός θα κρίνει ποιος είναι παράλογος και ποιος όχι; Και τι πρέπει να κάνω αν θεωρώ μια σύμβαση της κοινωνίας μου απάνθρωπη; Έχω το δικαίωμα να παρανομώ; Εδώ σε θέλω, γιατί την απάντηση δεν την έχω. Δε θα είμασταν τόσο ανοικτοί σαν κοινωνία, αν κάποιοι δεν είχαν αγωνιστεί για να αλλάξουν κάποιους νόμους, πολλές φορές παρανομώντας. Αλλά ποιός θα κρίνει; Ποιός θα αποφασίσει που μπορώ και που δε μπορώ; Για τον Τζιλάλ, η επιθυμία που νοιώθει είναι έγκλημα παρόμοιο με αυτό αυτό που θα ένοιωθα εγώ αν ήθελα να σκοτώσω κάποιον. Μήπως κάτι που εγώ θεωρώ απόλυτα φυσικό τώρα, σε πενήντα χρόνια οι άνθρωποι θα το βρίσκουν φρικιαστικό; Και τι κάνω με τη φύση μου; Πότε τη δαμάζω και πότε όχι; Δε ξέρω. Αυτό το ερώτημα δε δύναμαι να το απαντήσω.

Το έργο έχει υπέροχη αισθητική, και τα βλέμματα των ηθοποιών πραγματικά μιλάνε από μόνα τους. Μου άρεσε που η αφήγηση ήταν παράλληλη, στιγμιότυπα από τα κρυφά τους απογεύματα, εναλλάξ, από την αρχή του τέλους, όταν είχαν αρχίσει να τους ανακαλύπτουν, και από την αρχή της σχέσης, όταν όλα είναι λίγο πιο απλά, όσο απλά μπορεί να είναι τα πράγματα όταν ζεις μια απαγορευμένη σχέση.



Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μωραίτης
Παίζουν οι ηθοποιοί: Γιώργος Βουβάκης, Τάκης Παρασκευόπουλος, Ανέστης Χρυσάφης

Τρίτη, Δεκεμβρίου 14, 2010

Για να γίνει ο χρόνος καινούργιος

αφήγηση παραμυθιού εμπνευσμένο από τη Θεογονία του Ησίοδου, από τον Διονύση Σαββόπουλο


Πέρυσι, είχα τη τύχη να ζήσω μια μαγική εμπειρία. Στο μικρό Παλλάς, αφήγηση παραμυθιού από τρεις μεγάλους παραμυθάδες, το Διονύση Σαββόπουλο, τη Ρηνιώ Κυριαζή και τη Φένια Παπαδόδημα. Ήμασταν στη πρώτη σειρά και εξολοκλήρου μέσα στη μαγεία εκείνης της παράστασης. Μια πρώτη και επιτυχημένη απόπειρα να μοιραστώ με τον Ιάσονα την αγάπη μου για τον Σαββόπουλο, για να μπορεί κι αυτός να πει κάποια μέρα, τον είχα δει και εγώ ζωντανά, όπως μπορώ και λέω εγώ για τον Κατράκη.
Όταν φέτος έμαθα, για το παρόμοιο εγχείρημα στο μέγαρο μουσικής, δεν υπήρχε περίπτωση να λείπουμε. Μπαίνουμε μέσα, και με έπιασε η καρδιά μου, ο χώρος αχανής, (τό 'ξερα δεν το' ξέρα;) και λέω, ωραία, την κάτσαμε. Δεν υπάρχει περίπτωση μέσα σε αυτό το χάος, και τόσο μακριά που καθόμαστε, να δημιουργηθεί καμία ατμόσφαιρα ικανή να καθηλώσει τον Ιάσονα.

Ευτυχώς, έκανα λάθος.

Ο κύριος Σαββόπουλος, περιτριγυρισμένος από παιδιά, στο βάθος της σκηνής σκηνικά που γεμίζουν όλον τον χώρο, και η φωνή του άρχισε να μας ταξιδεύει. Θεογονία, κοσμογονία, η ταυτότητά μας και όσα μας καθορίζουν, όλα μαζί, δεμένα και αποκαλυπτικά. Και τα σκηνικά να αλλάζουν, να πάλλονται, να λένε κι αυτά την ιστορία, τα εμβόλιμα τραγούδια να συμπληρώνουν, να εντείνουν. Και όσο προχωρά η αφήγηση, οι επί της σκηνής να συμμετέχουν όλο και πιο πολύ, και μια γιορτή να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Σαν να είχαμε όλοι μαζί πάει μια ωραία εκδρομή, και να χορεύαμε και να τραγουδάγαμε όλοι παρέα. Το όλο ήταν απόλυτα τρυφερό, γλυκό, παιχνιδιάρικο, ζωντανό και αισθητικό.

Μην το χάσετε!


(Και μια πίκρα που δυστυχώς μου βγαίνει και με τίποτα δε φταίει ο κ. Σαββόπουλος. Το όλο ήταν και απόλυτο πολιτικό, έτσι το εξέλαβα αρχικά. Όταν όμως το ξανασκέφτηκα, δυστυχώς το political statement χάνεται στη προσβασιμότητα, που κακά τα ψέματα είναι μόνο για μια ελίτ, στην οποία, από ότι φαίνεται, ακόμη ανήκω, έστω και οριακά. Στο τέλος ο κ. Σαββόπουλος προσκαλεί τα παιδιά να ανέβουν στη σκηνή, και φυσικά μόνο τα παιδάκια που ήταν στην πλατεία πρόλαβαν να χωρέσουν. Ξέρω κακίες, αλλά τι να κάνω, ζήλεψα.)


Σκηνοθεσία: Σοφία Σπυράτου
Αφήγηση: Διονύσης Σαββόπουλος, Ρηνιώ Κυριαζή
Παίζουν οι μουσικοί: Σταύρος Λάντσιας, Γιώτης Κιουρτσόγλου
συμμετέχουν η Φένια Παπαδόδημα, παιδιά, χορευτές και 2 ξυλοπόδαροι (συγνώμη δε μπόρεσα να βρω τα ονόματα)

στο Μέγαρο Μουσικής